Από τις απειλές στις κοινές επιχειρήσεις – Πώς η Νιγηρία μετέτρεψε την πίεση Τραμπ σε στρατιωτική συνεργασία

 
ηπα και νιγηρια στρατος

Ενημερώθηκε: 21/02/26 - 16:37

Στις αρχές Νοεμβρίου, μια ανάρτηση του προέδρου των Ηνωμένες Πολιτείες Τραμπ προκάλεσε έντονη ανησυχία στην Νιγηρία. Ο Τραμπ προειδοποιούσε ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει στρατιωτική επέμβαση στη δυτικοαφρικανική χώρα, επικαλούμενος —όπως υποστήριξε— μαζικές δολοφονίες Χριστιανών.

Η κυβέρνηση του προέδρου Bola Ahmed Tinubu απέρριψε άμεσα τους ισχυρισμούς περί «γενοκτονίας», επισημαίνοντας ότι η βία από ένοπλες ομάδες πλήττει τόσο χριστιανικές όσο και μουσουλμανικές κοινότητες, καθώς και παραδοσιακούς πληθυσμούς. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν υποχώρησε: ενέταξε τη Νιγηρία στη λίστα «Χωρών Ιδιαίτερης Ανησυχίας» για τη θρησκευτική ελευθερία (CPC) και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κυρώσεων και περικοπών οικονομικής βοήθειας.

Παρά την αρχική ένταση και τους φόβους περί βομβαρδισμών, το Αμπούτζα άλλαξε σταδιακά στάση. Χωρίς να αποδεχθεί τις κατηγορίες, η κυβέρνηση Τινουμπού υιοθέτησε χαμηλότερους τόνους και δήλωσε ανοιχτή σε αμερικανική συνδρομή για την αντιμετώπιση της χρόνιας ανασφάλειας που ταλανίζει τη χώρα.

Η στροφή επιβεβαιώθηκε ανήμερα των Χριστουγέννων, όταν οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν «ισχυρά και φονικά» πλήγματα εναντίον στόχων στο βορειοδυτικό τμήμα της Νιγηρίας. Η διοίκηση Αφρικής του αμερικανικού στρατού (AFRICOM) διευκρίνισε ότι οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αιτήματος των νιγηριανών αρχών. Λίγες εβδομάδες αργότερα, 100 Αμερικανοί στρατιωτικοί έφθασαν στη χώρα για εκπαιδευτική αποστολή, παρέχοντας τεχνική υποστήριξη και ανταλλαγή πληροφοριών στον αγώνα κατά των ένοπλων οργανώσεων.

Αναλυτές κάνουν λόγο για σαφή μετατόπιση από την απειλή τιμωρίας σε στενότερη συνεργασία. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε και η απόφαση της Νιγηρίας να προσλάβει, μέσω νομικού διαμεσολαβητή, την αμερικανική εταιρεία λόμπινγκ DCI Group έναντι 9 εκατ. δολαρίων, με στόχο να προβάλει τη θέση της στην Ουάσιγκτον και να αντικρούσει αφηγήματα περί «σφαγής Χριστιανών».

Κατά τους ειδικούς, ο Τραμπ επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη συντηρητική ευαγγελική του βάση, η οποία δίνει έμφαση σε ζητήματα «διώξεων Χριστιανών» παγκοσμίως. Την ίδια στιγμή, τέτοιες κατηγορίες μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο πίεσης για ευρύτερη γεωπολιτική ευθυγράμμιση.

Η συνεργασία, ωστόσο, ερμηνεύεται και ως «υπολογισμένο αντάλλαγμα» από την πλευρά της Νιγηρίας: στρατιωτική και πληροφοριακή ενίσχυση απέναντι σε τζιχαντιστικές οργανώσεις, με αντάλλαγμα μεγαλύτερη αμερικανική παρουσία. Η χώρα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στην Αφρική, στοιχείο που —κατά ορισμένους αναλυτές— προσδίδει επιπλέον στρατηγικό ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ.

Παρά τα άμεσα επιχειρησιακά οφέλη, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις. Ειδικοί προειδοποιούν ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορεί να προσφέρει προπαγανδιστικό υλικό σε οργανώσεις όπως το Islamic State Sahel Province και η Jama’at Nusrat al-Islam wal-Muslimin, οι οποίες εκμεταλλεύονται αφηγήματα «ξένης επέμβασης» για στρατολόγηση και ριζοσπαστικοποίηση.

Παράλληλα, στο εσωτερικό της Νιγηρίας εντείνεται η συζήτηση για το κόστος της συνεργασίας. Επικριτές κατηγορούν την κυβέρνηση ότι διακινδυνεύει την εθνική κυριαρχία, ενώ υποστηρικτές θεωρούν ότι η επιλογή ευθυγράμμισης με την Ουάσιγκτον ήταν ο πιο ρεαλιστικός τρόπος αποκλιμάκωσης της κρίσης.

Το ερώτημα πλέον είναι αν η στρατιωτική σύμπραξη θα περιορίσει ουσιαστικά τη βία ή αν, αντίθετα, θα διευρύνει το ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο της σύγκρουσης, καθιστώντας τη Νιγηρία νέο πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ