Σοβαρές παραβιάσεις υγειονομικών πρωτοκόλλων καταγράφει έρευνα του BBC Eye σε δημόσιο νοσοκομείο στην πόλη Τάουνσα, στην επαρχία Παντζάμπ του Πακιστάν, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο ανησυχητικής επιδημίας HIV σε παιδιά.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, παρά τις δεσμεύσεις των αρχών για αυστηροποίηση των μέτρων, προσωπικό του νοσοκομείου φέρεται να συνέχισε την επαναχρησιμοποίηση συριγγών σε φιαλίδια πολλαπλών δόσεων, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ίδιο φάρμακο χορηγήθηκε σε διαφορετικά παιδιά από το ίδιο, πιθανώς μολυσμένο, φιαλίδιο.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για την έκταση της διασποράς. Η έρευνα εντόπισε 331 παιδιά που διαγνώστηκαν με HIV στην πόλη κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2024 έως τον Οκτώβριο του 2025. Σε περιπτώσεις όπου εξετάστηκαν και οι γονείς, μόλις τέσσερις μητέρες βρέθηκαν θετικές στον ιό, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η μετάδοση δεν συνέβη κατά τη γέννηση, αλλά πιθανότατα μέσω ιατρικών πράξεων.
Στα επίσημα δεδομένα του προγράμματος ελέγχου του AIDS της επαρχίας, η «μολυσμένη σύριγγα» καταγράφεται ως τρόπος μετάδοσης σε περισσότερες από τις μισές περιπτώσεις. Ειδικοί προειδοποιούν για τον υψηλό κίνδυνο αυτής της πρακτικής, επισημαίνοντας ότι ακόμη και όταν αλλάζει η βελόνα, το σώμα της σύριγγας μπορεί να μεταφέρει τον ιό. Όπως εξηγεί ο μικροβιολόγος Δρ Αλτάφ Άχμεντ, η παραμονή μολυσματικού υλικού στο εσωτερικό της σύριγγας αρκεί για τη μετάδοση της λοίμωξης.
Η έρευνα καταγράφει επίσης σοβαρές ελλείψεις σε βασικά μέτρα υγιεινής, όπως η χρήση γαντιών κατά τη χορήγηση ενέσεων, η ασφαλής διαχείριση ιατρικών αποβλήτων και η τήρηση κανόνων υγιεινής των χεριών, στοιχειοθετώντας ένα ευρύτερο πρόβλημα λειτουργίας των δομών υγείας.
Παρά τα στοιχεία, η διοίκηση του νοσοκομείου αμφισβητεί τα ευρήματα, με τον νέο διοικητή να υποστηρίζει ότι το σχετικό υλικό ενδέχεται να είναι παλαιό ή ακόμη και σκηνοθετημένο. Όπως δήλωσε, το νοσοκομείο θεωρείται ασφαλές για τα παιδιά και εφαρμόζεται πολιτική «μηδενικής ανοχής» απέναντι σε παραβιάσεις.
Ωστόσο, έκθεση κοινής αποστολής της UNICEF, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και των τοπικών αρχών επιβεβαιώνει σοβαρές ελλείψεις, ιδίως στα παιδιατρικά τμήματα. Μεταξύ άλλων, καταγράφηκαν επαναχρησιμοποιήσεις ενδοφλέβιων υγρών, ελλείψεις βασικών φαρμάκων και ανεπάρκεια στην υγιεινή των χεριών, επιβεβαιώνοντας τη συστημική διάσταση του προβλήματος.
Οι επικίνδυνες αυτές πρακτικές συνδέονται και με ευρύτερες παθογένειες του συστήματος υγείας στο Πακιστάν, όπως η υπερβολική χρήση ενέσεων – συχνά χωρίς σαφή ιατρική ένδειξη – καθώς και οι ελλείψεις σε υλικά και πόρους. Η χώρα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης ενέσιμων θεραπειών διεθνώς, με πολλούς ασθενείς να τις ζητούν και τους γιατρούς να ανταποκρίνονται, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ήδη πιεσμένες υποδομές.
Πίσω από τα στατιστικά στοιχεία βρίσκονται ανθρώπινες ιστορίες, όπως εκείνη της 10χρονης Άσμα, η οποία διαγνώστηκε με HIV μετά τον θάνατο του μικρότερου αδελφού της από την ίδια νόσο. Η μητέρα τους είναι αρνητική στον ιό, γεγονός που ενισχύει την πιθανότητα μετάδοσης μέσω ιατρικών παρεμβάσεων. Παράλληλα, τα παιδιά που νοσούν αντιμετωπίζουν έντονο κοινωνικό στίγμα, με συνέπειες όπως η απομόνωση και η ψυχολογική επιβάρυνση.
Παρόμοια περιστατικά έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν στο Πακιστάν. Το 2019, εκατοντάδες παιδιά διαγνώστηκαν με HIV στην πόλη Ρατοντέρο, ενώ νέα κρούσματα συνεχίζουν να καταγράφονται έως σήμερα. Η έρευνα αναδεικνύει ότι, παρά τις παρεμβάσεις των αρχών, οι επικίνδυνες πρακτικές εξακολουθούν να υφίστανται, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο νέων μολύνσεων.