Καθώς ο πόλεμος εναντίον του Ιράν εισέρχεται στην τρίτη εβδομάδα, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα: να συνεχίσει τη σύγκρουση προκειμένου να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους που έχει θέσει ή να αναζητήσει τρόπο απεμπλοκής από έναν πόλεμο που διευρύνεται και προκαλεί ισχυρούς στρατιωτικούς, διπλωματικούς και οικονομικούς κραδασμούς, επισημαίνουν οι New York Times.
Σύμφωνα με την ανάλυση της αμερικανικής εφημερίδας, και τα δύο ενδεχόμενα συνοδεύονται από σοβαρούς κινδύνους. Η συνέχιση των επιχειρήσεων θα μπορούσε να επιφέρει μεγαλύτερες απώλειες για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, να επιβαρύνει περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία και να δοκιμάσει τις διεθνείς συμμαχίες της Ουάσινγκτον. Παράλληλα, αυξάνεται η ανησυχία ακόμη και στο εσωτερικό της πολιτικής βάσης του Τραμπ, καθώς ο πόλεμος έρχεται σε αντίθεση με την προεκλογική του υπόσχεση για αποφυγή νέων στρατιωτικών εμπλοκών.
Από την άλλη πλευρά, μια πιθανή αποχώρηση από τη σύγκρουση θα σήμαινε ότι αρκετοί από τους βασικούς στόχους της επιχείρησης δεν έχουν επιτευχθεί, μεταξύ αυτών και η πλήρης εξουδετέρωση της ικανότητας της Τεχεράνης να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με αμερικανούς αξιωματούχους, τα σημαντικότερα αποτελέσματα της κοινής στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι η καταστροφή μεγάλου μέρους του πυραυλικού οπλοστασίου και της αεράμυνας του Ιράν, καθώς και ο περιορισμός των ναυτικών του δυνατοτήτων.
Παρά τον θάνατο του επί δεκαετίες ανώτατου ηγέτη της χώρας, Αλί Χαμενεΐ, η θεοκρατική εξουσία παραμένει ισχυρή. Την ηγεσία φαίνεται να έχει αναλάβει ο γιος του, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος έχει δεσμευθεί να συνεχίσει την αξιοποίηση των ασύμμετρων δυνατοτήτων του Ιράν, από κυβερνοεπιθέσεις έως πυραυλικά πλήγματα και ναυτικές επιχειρήσεις.
Οι απώλειες από τη σύγκρουση αυξάνονται: 13 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν σκοτωθεί, ενώ συνολικά περισσότεροι από 2.100 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους από την έναρξη του πολέμου, κυρίως στο Ιράν. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Τεχεράνης στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, τουλάχιστον 1.348 από τα θύματα είναι άμαχοι.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στη Μέση Ανατολή, αναπτύσσοντας επιπλέον 2.500 πεζοναύτες, που προστίθενται στους περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς που βρίσκονται ήδη στην περιοχή. Η ένταση αυξήθηκε περαιτέρω μετά την επίθεση των αμερικανικών δυνάμεων στο νησί Χαργκ, βασικό κόμβο εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου.
Στο μεταξύ, η κρίση έχει επηρεάσει έντονα και την παγκόσμια οικονομία. Τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται μεγάλο μέρος του διεθνούς εμπορίου πετρελαίου, παραμένουν σχεδόν κλειστά, προκαλώντας σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Ο Τραμπ απηύθυνε μάλιστα έκκληση σε χώρες όπως η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Βρετανία να συνδράμουν με ναυτικές δυνάμεις για τη διασφάλιση της θαλάσσιας οδού.
Παρά τις δυσκολίες, στενοί συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι είναι ακόμη νωρίς για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων της επιχείρησης. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε ότι ο Τραμπ είναι αποφασισμένος να ολοκληρώσει τους στόχους της στρατιωτικής επιχείρησης «Epic Fury», τονίζοντας ότι το βραχυπρόθεσμο ρίσκο για τις τιμές της ενέργειας θεωρείται απαραίτητο για τη μακροπρόθεσμη εξουδετέρωση της απειλής που αποδίδεται στο Ιράν.
Ωστόσο, ειδικοί εκτιμούν ότι ακόμη και αν οι στρατιωτικοί στόχοι επιτευχθούν, οι γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες του πολέμου ενδέχεται να επηρεάσουν τη Μέση Ανατολή για πολλά χρόνια. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ιράκ, Χοσιάρ Ζαμπαρί, σημείωσε ότι παρά τις μεγάλες πιέσεις που δέχεται η Τεχεράνη, το ιρανικό καθεστώς έχει αποδείξει ότι διαθέτει αντοχές. Όπως ανέφερε, πρόκειται για «μια σύγκρουση μεταξύ τεχνολογίας και ιδεολογίας», την οποία το Ιράν αντιμετωπίζει ως ζήτημα επιβίωσης.