Στις πρώτες ημέρες του 2026, η διεθνής σκηνή παρακολουθεί μια βαθιά μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν τη στρατιωτική και γεωπολιτική τους ισχύ. Αν η πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ συνδέθηκε κυρίως με τον απομονωτισμό και τον εμπορικό προστατευτισμό, η δεύτερη φαίνεται να εγκαινιάζει ένα νέο πλαίσιο δράσης: ένα δόγμα «επιθετικής κυριαρχίας».
Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται πλέον σε ρόλο παρατηρητή ή διαμεσολαβητή. Αντίθετα, επανακαθορίζει τους όρους της εμπλοκής της, υιοθετώντας τη μονομερή χρήση στρατιωτικής ισχύος και αμφισβητώντας ανοιχτά την εδαφική ακεραιότητα άλλων κρατών, όταν θεωρεί ότι διακυβεύονται κρίσιμα αμερικανικά συμφέροντα. Από την Καραϊβική μέχρι τον Περσικό Κόλπο και τον Αρκτικό Κύκλο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ενιαίο.
Η ανάλυση των πρόσφατων δηλώσεων και τελεσιγράφων του Λευκού Οίκου αποκαλύπτει μια στρατηγική που εκτείνεται από την Αρκτική έως τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, παραμερίζοντας στην πράξη τις παραδοσιακές διπλωματικές «κόκκινες γραμμές».
Η «πίσω αυλή» και η αναβίωση του Δόγματος Μονρόε
Το επίκεντρο του νέου παρεμβατισμού εντοπίζεται στο Δυτικό Ημισφαίριο. Το Μεξικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αλλαγής προσέγγισης: η γλώσσα της συνεργασίας έχει δώσει τη θέση της σε απειλές άμεσης στρατιωτικής δράσης. Ο χαρακτηρισμός των καρτέλ ως τρομοκρατικών οργανώσεων και η προοπτική επιχειρήσεων ειδικών δυνάμεων εντός μεξικανικού εδάφους, χωρίς τη συναίνεση της κυβέρνησης, συνιστούν ευθεία αμφισβήτηση της εθνικής κυριαρχίας στο όνομα της ασφάλειας των ΗΠΑ.
Πιο νότια, η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» αποκτά υπαρξιακή διάσταση για καθεστώτα όπως της Κούβας και της Βενεζουέλας. Μετά τις εξελίξεις στο Καράκας, η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται στην αλλαγή πολιτικής ηγεσίας, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένης στρατιωτικής παρουσίας. Την ίδια στιγμή, η Κούβα βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο ναυτικού αποκλεισμού, μέτρο που παραπέμπει ευθέως σε συνθήκες πολέμου.
Η περίπτωση του Παναμά φωτίζει την οικονομική διάσταση της στρατηγικής αυτής, καθώς η επίκληση της ασφάλειας της Διώρυγας χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για πιθανή στρατιωτική επαναφορά αμερικανικού ελέγχου, με σαφές μήνυμα προς την κινεζική παρουσία στην περιοχή. Παράλληλα, οι σχέσεις με την Κολομβία δοκιμάζονται, με την Μπογκοτά να ζητά τη συνδρομή του ΟΗΕ απέναντι σε απειλές στρατιωτικής επέμβασης.
Η Αρκτική ως γεωστρατηγικός πυλώνας
Ιδιαίτερη ανησυχία στους Ευρωπαίους συμμάχους προκαλεί η επαναφορά της Γροιλανδίας στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Η μετατόπιση από την ιδέα της «αγοράς» στην απειλή μονομερών ενεργειών για τη «διασφάλιση» της περιοχής δοκιμάζει τις διατλαντικές σχέσεις, καθώς η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον τη Γροιλανδία ως κρίσιμο ανάχωμα απέναντι σε Ρωσία και Κίνα.
Μέση Ανατολή: πολιτική ισχύος χωρίς αυταπάτες
Στη Μέση Ανατολή, οι απειλές προς το Ιράν για ολοκληρωτικά πλήγματα στις υποδομές του ξεπερνούν το επίπεδο της διαπραγματευτικής πίεσης και προσεγγίζουν τη λογική της προληπτικής δράσης. Παράλληλα, η στάση των ΗΠΑ σε Υεμένη, Συρία και Ιράκ καταδεικνύει ότι η αποχώρηση από τους «ατέρμονους πολέμους» δεν σημαίνει αποχή από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά μετάβαση σε στοχευμένες, τιμωρητικές επιχειρήσεις για τη διασφάλιση πόρων και συμφερόντων.
Συνολικά, η αμερικανική εξωτερική πολιτική του 2026 δεν επιδιώκει τη συναίνεση μέσω διεθνών θεσμών. Αντιθέτως, αξιοποιεί τη στρατιωτική υπεροχή ως εργαλείο άμεσου πολιτικού εξαναγκασμού. Από την Καραϊβική έως τον Περσικό Κόλπο και τον Αρκτικό Κύκλο, το μήνυμα παραμένει σαφές: η κυριαρχία των άλλων κρατών γίνεται σεβαστή μόνο στον βαθμό που δεν συγκρούεται με τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο ωμού ρεαλισμού, όπου η ισχύς τείνει να υποκαθιστά το δίκαιο.