Σε ολική ρήξη οδηγούνται οι σχέσεις ΗΠΑ και Καναδά, καθώς η κυβέρνηση της Οτάβα ετοιμάζεται να ανακοινώσει την απάντησή της στις νέες δασμολογικές επιβαρύνσεις που εξήγγειλε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, στον απόηχο της κατάρρευσης των διμερών διαπραγματεύσεων.
Η κλιμάκωση επήλθε όταν ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ αποχώρησε από τις συνομιλίες για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας, δηλώνοντας πως αρνείται να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα έπληττε καίρια την καναδική βιομηχανία. Ως απάντηση, η αμερικανική πλευρά επέβαλε αρχικά δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων, με τον Καναδά να δρομολογεί ισόποσα αντίμετρα με ισχύ από τις 8 Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε νέα κλιμάκωση ανακοινώνοντας πρόσθετη αύξηση δασμών κατά 50% από την 1η Ιανουαρίου 2027 στον χάλυβα, τα αυτοκίνητα, τα φορτηγά και τα ανταλλακτικά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνόδευσε τις ανακοινώσεις του με οξεία ρητορική στο Truth Social, κατηγορώντας τον Καναδά για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και επαναφέροντας προκλητικές αναφορές περί μετατροπής του σε 51η πολιτεία των ΗΠΑ.
Από την πλευρά της, η καναδική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι Αμερικανοί διαπραγματευτές προέβαλαν παράλογες απαιτήσεις που στόχευαν στην αποδυνάμωση κομβικών τομέων της οικονομίας της, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο και η αυτοκινητοβιομηχανία. Ο Μαρκ Κάρνεϊ ξεκαθάρισε ότι ο Καναδάς δεν πρόκειται να υπογράψει συμφωνία με κάθε τίμημα, υπενθυμίζοντας παράλληλα τη διεύρυνση των εμπορικών συμμαχιών της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ασία.
Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ απορροφούν περίπου το 70% των καναδικών εξαγωγών, η στάση της κυβέρνησης φαίνεται να βρίσκει ισχυρό έρεισμα στην κοινή γνώμη.
Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 76% των πολιτών στηρίζει τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, ενώ η πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της επιβολής αντίμετρων. Τις συγκεκριμένες αποφάσεις της καναδικής πλευράς αναμένεται να παρουσιάσουν από κοινού οι αρμόδιοι υπουργοί Οικονομικών, Βιομηχανίας και Εργασίας.