Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή υπαρξιακή πρόκληση, καθώς η επιθετικότητα της Ρωσίας συμπίπτει με την οριστική απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τον ρόλο του εγγυητή της ηπειρωτικής ασφάλειας.
Η εχθρική στάση του Ντόναλντ Τραμπ, σε συνδυασμό με τις προειδοποιήσεις του ΝΑΤΟ ότι η Μόσχα θα μπορούσε να είναι έτοιμη για επίθεση κατά της Συμμαχίας έως το 2030, αναγκάζει την Ευρώπη να αναζητήσει επειγόντως τρόπους αυτόνομης άμυνας.
Παρά τις προσπάθειες των Βρυξελλών να συντονίσουν την κατάσταση μέσω νέων θεσμών και χρηματοδοτικών εργαλείων ύψους δισεκατομμυρίων, η γραφειοκρατική βραδύτητα της ΕΕ αποδεικνύεται ανεπαρκής μπροστά στις καταιγιστικές εξελίξεις. Σύμφωνα με αναλυτές, η ασφάλεια της Ευρώπης δεν θα κριθεί από την κεντρική πολιτική των Βρυξελλών, αλλά από τις αποφάσεις τεσσάρων κρατών-κλειδιών που καλούνται να καλύψουν το κενό της Ουάσινγκτον:
Γερμανία: Μετατρέπεται στον κεντρικό χρηματοδότη και σχεδιαστή της ευρωπαϊκής άμυνας, διαθέτοντας τον τέταρτο μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό παγκοσμίως (750 δισ. δολάρια την επόμενη τετραετία).
Πολωνία: Λειτουργεί ως η «εμπροσθοφυλακή» της ηπείρου, επενδύοντας το 4,5% του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς για να αναχαιτίσει μια πιθανή πρώτη ρωσική κρούση.
Γαλλία & Ηνωμένο Βασίλειο: Παραμένουν οι μοναδικές πυρηνικές δυνάμεις της περιοχής, προσφέροντας την απαραίτητη στρατηγική αποτροπή και τη δυνατότητα ταχείας επέμβασης.
Η νέα αυτή πραγματικότητα φέρνει στο προσκήνιο έναν έντονο «αμυντικό εθνικισμό». Αντί για κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα, οι κυβερνήσεις πριμοδοτούν τις εγχώριες βιομηχανίες τους, χρησιμοποιώντας την αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεων ως «μηχανή» οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκτόξευση της αξίας εταιρειών όπως η Rheinmetall και η Saab.
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Οι στρατηγικές διαφωνίες —όπως αυτές που απειλούν το κοινό γαλλογερμανικό μαχητικό αεροσκάφος FCAS— και η εύθραυστη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας, δυσχεραίνουν τη συνοχή. Παρόλα αυτά, η σύγκλιση αυτών των τεσσάρων δυνάμεων φαίνεται να είναι η μοναδική ρεαλιστική ελπίδα της Ευρώπης.
Μέχρι το 2029, μόνο η γερμανική αμυντική δαπάνη αναμένεται να εξισωθεί με την πλήρως κινητοποιημένη πολεμική οικονομία της Ρωσίας, δημιουργώντας μια δύναμη αποτροπής που ίσως αποδειχθεί αρκετή για να αποτρέψει μια γενικευμένη σύρραξη.