Από την έκβαση μιας δικαστικής απόφασης κρέμεται πλέον η πολιτική καριέρα της Μαρίν Λεπέν. Την Τρίτη 13 Ιανουαρίου ξεκινά στο Παρίσι η κρίσιμη διαδικασία της έφεσης που θα κρίνει εάν η ηγέτιδα του ακροδεξιού Εθνικού Συναγερμού (RN) θα μπορεί να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 2027 ή αν θα παραμείνει σε ισχύ η πενταετής απαγόρευση συμμετοχής της σε εκλογικές αναμετρήσεις.
Η Λεπέν, η οποία επί σειρά ετών ηγείται του RN, θεωρούνταν φαβορί για την προεδρική αναμέτρηση του 2027, μέχρι την καταδίκη της πέρυσι για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Σύμφωνα με την απόφαση, κρίθηκε ένοχη για υπεξαίρεση άνω των 4 εκατ. ευρώ από πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της επιβλήθηκε πενταετής απαγόρευση εκλογιμότητας με άμεση ισχύ.
Η ίδια, το κόμμα της και άλλοι δέκα καταδικασθέντες άσκησαν έφεση κατά της απόφασης. Η ακροαματική διαδικασία ξεκινά στις 13 Ιανουαρίου και αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τις 12 Φεβρουαρίου, με την απόφαση να εκδίδεται πριν από το καλοκαίρι. Σε περίπτωση άρσης ή περιορισμού της απαγόρευσης, το ενδεχόμενο υποψηφιότητας της Λεπέν το 2027 παραμένει ανοιχτό.
Σε διαφορετική περίπτωση, η ίδια έχει δηλώσει ότι θα παραχωρήσει τη σκυτάλη στον 30χρονο πρόεδρο του RN, Ζορντάν Μπαρντελά.
Μετά την καταδίκη της, η Λεπέν έλαβε δημόσια στήριξη από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και από στελέχη του περιβάλλοντός του, τα οποία κατηγόρησαν ευρωπαϊκά δικαστήρια ότι επιχειρούν να αποκλείσουν ακροδεξιούς πολιτικούς από την εξουσία. Πληροφορίες περί ενδεχόμενων αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος Γάλλων δικαστικών διαψεύστηκαν επισήμως από την Ουάσινγκτον, ενώ η γαλλική κυβέρνηση δήλωσε ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Η ίδια η Λεπέν καταγγέλλει ότι η καταδίκη της έχει πολιτικά κίνητρα και κάνει λόγο για στοχοποίησή της από τη Δικαιοσύνη. Οι δικαστές, πάντως, αιτιολόγησαν την άμεση εφαρμογή της ποινής επικαλούμενοι την ανάγκη προστασίας της δημοκρατικής δημόσιας τάξης, ενώ δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Γάλλων πολιτών στηρίζει την απόφαση.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της καταδίκης, την περίοδο 2004-2016 η Λεπέν και στενοί συνεργάτες της χρησιμοποίησαν ευρωπαϊκά κονδύλια για τη μισθοδοσία προσωπικού που εργαζόταν ουσιαστικά για το κόμμα και όχι για κοινοβουλευτικές δραστηριότητες. Η ίδια επιμένει ότι η χρήση των χρημάτων ήταν νόμιμη.
Την ίδια ώρα, τα νομικά προβλήματα της Λεπέν φαίνεται να ενισχύουν τη δυναμική του Ζορντάν Μπαρντελά, καθώς πρόσφατη δημοσκόπηση τον εμφανίζει ικανό να επικρατήσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, ανεξαρτήτως αντιπάλου.