Ο ανεκμετάλλευτος ορυκτός πλούτος της Γροιλανδίας έχει επαναφέρει το νησί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος το αντιμετωπίζει ως κρίσιμο κομμάτι της γεωπολιτικής και οικονομικής του στρατηγικής. Στελέχη του περιβάλλοντός του θεωρούν ότι τα υπόγεια κοιτάσματα, και κυρίως οι σπάνιες γαίες, θα μπορούσαν να περιορίσουν την κυριαρχία της Κίνας σε υλικά απαραίτητα για την αμυντική βιομηχανία, την τεχνολογία και την ενεργειακή μετάβαση.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τη Γροιλανδία «εξαιρετικά στρατηγική», αφήνοντας μάλιστα να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κινηθούν αποφασιστικά για να εξασφαλίσουν τον έλεγχό της. Παρότι κατά καιρούς υποβάθμισε τη σημασία των φυσικών της πόρων, πρώην σύμβουλοι της κυβέρνησής του έχουν ξεκαθαρίσει ότι το αμερικανικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα κρίσιμα ορυκτά.
Ωστόσο, το βασικό εμπόδιο για την αξιοποίηση αυτών των πόρων δεν είναι το γεγονός ότι η Γροιλανδία αποτελεί αυτόνομο έδαφος της Δανίας, αλλά οι ακραίες συνθήκες της Αρκτικής. Τα περισσότερα κοιτάσματα βρίσκονται σε απομονωμένες περιοχές πάνω από τον Αρκτικό Κύκλο, κάτω από παγετώνες πάχους έως και 1,5 χιλιομέτρου, με πολικές νύχτες που διαρκούν μήνες. Το κόστος εξόρυξης εκτιμάται ότι μπορεί να είναι έως και δεκαπλάσιο σε σχέση με άλλες περιοχές του πλανήτη.
Επιπλέον, η Γροιλανδία στερείται βασικών υποδομών και επαρκούς ανθρώπινου δυναμικού για μεγάλης κλίμακας εξορυκτικά έργα. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η ιδέα να μετατραπεί το νησί σε «αμερικανικό κέντρο σπάνιων γαιών» αγγίζει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας, με ορισμένους να σχολιάζουν ότι η εξόρυξη στη Γροιλανδία θα ήταν δυσκολότερη ακόμη και από μια αντίστοιχη προσπάθεια στο φεγγάρι.
Παρά τα εμπόδια, η Γροιλανδία, σε αντίθεση με χώρες όπως η Βενεζουέλα, παραμένει ανοιχτή σε ξένες επενδύσεις και διαθέτει μακρά παράδοση πολιτικής σταθερότητας. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ έχει ενισχυθεί και από τις εξελίξεις στη Νότια Αμερική, ενώ αγορές προβλέψεων εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες αμερικανικής εμπλοκής στο μέλλον του νησιού.
Την ίδια ώρα, ειδικοί προειδοποιούν ότι ο μύθος ενός «χρυσωρυχείου» στη Γροιλανδία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς οι τεράστιες αρχικές επενδύσεις δύσκολα δικαιολογούνται επιχειρηματικά χωρίς κρατικές εγγυήσεις. Ακόμη και τότε, το εγχείρημα παραμένει εξαιρετικά ριψοκίνδυνο.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες. Αν και η κλιματική αλλαγή έχει οδηγήσει σε τήξη των πάγων και άνοιγμα νέων θαλάσσιων διαδρομών, έχει ταυτόχρονα καταστήσει το έδαφος πιο ασταθές, αυξάνοντας τους κινδύνους για γεωτρήσεις και κατολισθήσεις. Οι αυστηροί περιβαλλοντικοί κανονισμοί της Γροιλανδίας αντικατοπτρίζουν τη βούληση των κατοίκων να προστατεύσουν το φυσικό τους περιβάλλον και οποιαδήποτε προσπάθεια παράκαμψής τους θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.
Τέλος, η ιδέα πώλησης ή προσάρτησης της Γροιλανδίας στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκει συντριπτική αντίσταση στον τοπικό πληθυσμό. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των Γροιλανδών απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι η επιθετική ρητορική της Ουάσινγκτον κινδυνεύει να μετατρέψει τις ΗΠΑ από εταίρο σε δύναμη που αντιμετωπίζεται με καχυποψία και φόβο.