Η υποχώρηση της αμερικανικής «βαρύτητας»: Από την παγκόσμια ηγεμονία σε έναν αβέβαιο πολυπολικό κόσμο

 
αμερικη

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Ενημερώθηκε: 08/02/26 - 12:30

Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έπειτα, η αμερικανική ηγεσία στηρίχθηκε σε έναν μοναδικό συνδυασμό στρατιωτικής υπεροχής, οικονομικής ισχύος και «ήπιας δύναμης» – της ικανότητας δηλαδή να πείθει, να νομιμοποιεί και να ηγείται μέσα από συμμαχίες. Αυτό το μείγμα κατέστησε τις Ηνωμένες Πολιτείες το σταθερό κέντρο βάρους του διεθνούς συστήματος. Σήμερα, ωστόσο, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι αυτή η βαρυτική έλξη εξασθενεί, με επιπτώσεις που αγγίζουν όλες τις περιοχές του πλανήτη, από την Ευρώπη έως την Ασία.

Η αποδυνάμωση της αμερικανικής επιρροής δεν μοιάζει παροδική. Αντίθετα, συνδέεται με μια βαθύτερη μεταβολή στη στάση και στις πρακτικές της Ουάσιγκτον. Η αξιοπιστία των αμερικανικών κινήσεων αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο, ενώ τα παραδοσιακά συμμαχικά σχήματα, από το ΝΑΤΟ μέχρι τις ασιατικές συμμαχίες, εμφανίζουν σημάδια κόπωσης. Το διεθνές σύστημα δεν περιστρέφεται πλέον γύρω από έναν και μοναδικό ηγεμόνα, αλλά τείνει προς μια πιο πολωμένη και πολυκεντρική δομή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης αποτέλεσε η αμερικανική στρατιωτική ενέργεια στη Βενεζουέλα στις αρχές του 2026. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η Ουάσιγκτον επεδίωκε τη νομιμοποίηση μέσω διπλωματίας, συμμαχιών και διεθνών θεσμών, σήμερα φαίνεται διατεθειμένη να ενεργεί μονομερώς, αδιαφορώντας για ζητήματα νομιμότητας και διεθνούς αποδοχής. Το αποτέλεσμα είναι ότι πράξεις που άλλοτε θα γίνονταν ανεκτές, πλέον αντιμετωπίζονται με καχυποψία, ενισχύοντας την εικόνα μιας υπερδύναμης που λειτουργεί περισσότερο συναλλακτικά παρά πειστικά.

Η αλλαγή αυτή αντανακλάται και στη στάση των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ. Δεν πρόκειται πλέον για ευθυγράμμιση ή ανοιχτή ρήξη, αλλά για προσεκτική αναπροσαρμογή. Η πρόσφατη στροφή του Καναδά προς την Κίνα, με τη μείωση δασμών στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα σε αντάλλαγμα εμπορικές διευκολύνσεις στον αγροτικό τομέα, σηματοδότησε την πρόθεση της Οτάβας να διευρύνει τις στρατηγικές και οικονομικές της επιλογές πέρα από την Ουάσιγκτον.

Αντίστοιχες διεργασίες καταγράφονται και στην Ευρώπη. Το ΝΑΤΟ, θεμέλιος λίθος της διατλαντικής ασφάλειας, αντιμετωπίζει εσωτερικές τριβές γύρω από την κατανομή βαρών και την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας. Οι συζητήσεις για ενίσχυση ανεξάρτητων ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων και για άνοιγμα προς άλλους διεθνείς παίκτες εντείνονται, καθώς η εμπιστοσύνη στη μακροπρόθεσμη αμερικανική δέσμευση εμφανίζεται κλονισμένη. Η υπόθεση της Γροιλανδίας και οι συζητήσεις για τον ρόλο του ΝΑΤΟ στην Αρκτική ανέδειξαν εύγλωττα την αυξανόμενη ευρωπαϊκή αμηχανία απέναντι στην αμερικανική απρόβλεπτη συμπεριφορά.

Στην Ασία, οι συνέπειες είναι ακόμη πιο εμφανείς. Η στρατηγική σύμπραξη ΗΠΑ–Ινδίας, βασικός πυλώνας της αμερικανικής πολιτικής στον Ινδο-Ειρηνικό, δοκιμάζεται έντονα. Διαφωνίες για τον ρόλο διαμεσολάβησης μετά την εκεχειρία Ινδίας–Πακιστάν το 2025, αλλά και εμπορικές κυρώσεις που συνδέονται με τις ενεργειακές σχέσεις της Ινδίας με τη Ρωσία, έχουν δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας. Η Νέα Δελχί, όπως και πολλές άλλες ασιατικές πρωτεύουσες, επιλέγει πλέον μια πιο λειτουργική στρατηγική αυτονομία, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους με όλα τα κέντρα ισχύος.

Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στη Μέση Ανατολή, όπου η αμερικανική επιρροή φαίνεται να φθίνει. Παρά τις πιέσεις προς το Ιράν, η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να μετατρέψει την ισχύ της σε σταθεροποιητικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας την αίσθηση ότι περισσότερο εξαντλείται παρά επιβάλλεται.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική, τεχνολογική και οικονομική δύναμη. Ωστόσο, η «κόλλα» που μετατρέπει την ισχύ σε ηγεσία –η ήπια δύναμη και η ηθική νομιμοποίηση– φθίνει. Την ίδια στιγμή, η Κίνα αξιοποιεί το κενό, ενισχύοντας τη διπλωματική της παρουσία στη Λατινική Αμερική και βελτιώνοντας τις σχέσεις της με χώρες όπως ο Καναδάς, προβάλλοντας τον εαυτό της ως έναν πρακτικό, αν και σκληρά ανταγωνιστικό, εναλλακτικό εταίρο.

Το κρίσιμο ερώτημα για πολλές χώρες δεν είναι πλέον αν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ισχυρές, αλλά αν η ευθυγράμμιση μαζί τους εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα τα εθνικά τους συμφέροντα. Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα είναι σαφές: είτε θα επανεπενδύσει σε σχέσεις πειθούς και αξιοπιστίας, είτε θα αποδεχθεί έναν πολυπολικό κόσμο όπου η αμερικανική φωνή θα είναι ισχυρή, αλλά όχι πια κυρίαρχη.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ