Οι μαζικές κινητοποιήσεις που ξέσπασαν στις 28 Δεκεμβρίου στα παζάρια της Τεχεράνης, με αφετηρία την εκρηκτική άνοδο του πληθωρισμού, εξελίχθηκαν γρήγορα σε ένα πανεθνικό κύμα διαμαρτυρίας. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε περισσότερες από 180 πόλεις και σε όλες τις 31 επαρχίες του Ιράν, μετατρεπόμενες σε ευθεία πολιτική πρόκληση προς τον ανώτατο ηγέτη, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, και σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει το καθεστώς τα τελευταία χρόνια.
Πρόκειται για τις εκτενέστερες διαδηλώσεις μετά το 2022 και τον θάνατο της Μαχσά Αμίνι υπό κράτηση της θρησκευτικής αστυνομίας, γεγονός που είχε τότε πυροδοτήσει πρωτοφανείς κοινωνικές αντιδράσεις. Και αυτή τη φορά, η απάντηση των Αρχών ακολούθησε το γνώριμο μοτίβο της σκληρής καταστολής. Σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο αριθμός των νεκρών έχει φτάσει τους 648, ενώ υπάρχουν εκτιμήσεις ότι τα θύματα μπορεί να είναι πολλαπλάσια. Η εκτεταμένη διακοπή του διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ανεξάρτητη επιβεβαίωση των στοιχείων, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την έντονη νευρικότητα του καθεστώτος.
Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι «η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο» και τις φιλοκυβερνητικές συγκεντρώσεις στην Τεχεράνη, η σημασία των κινητοποιήσεων είναι ιδιαίτερη, καθώς ξεκίνησαν από τους «μπαζάρι», τους παραδοσιακά φιλοκαθεστωτικούς καταστηματάρχες. Ιστορικά, η συμμαχία τους με τον κλήρο υπήρξε καθοριστική τόσο για την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 όσο και για τη σταθερότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι ακριβώς αυτή η κοινωνική ομάδα βγήκε πρώτη στους δρόμους αποτελεί ισχυρό πλήγμα για τη νομιμοποιητική βάση του καθεστώτος.
Οι αρχικές διαμαρτυρίες επικεντρώνονταν στην οικονομική κρίση, με την εκτίναξη των τιμών βασικών αγαθών και τις ελλείψεις στην αγορά. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν η κεντρική τράπεζα κατάργησε ευνοϊκό καθεστώς συναλλάγματος για εισαγωγείς, οδηγώντας σε νέο κύμα ανατιμήσεων και κλειστά καταστήματα. Πολύ σύντομα, όμως, τα οικονομικά αιτήματα μετατράπηκαν σε πολιτικά συνθήματα, με ευθείες επιθέσεις κατά του Χαμενεΐ και του ίδιου του καθεστώτος.
Την κοινωνική δυσαρέσκεια εντείνουν η χρόνια διαφθορά, η κακοδιαχείριση, η πολιτική στασιμότητα και οι διεθνείς κυρώσεις, οι οποίες –αν και στοχεύουν την ηγεσία– έχουν πλήξει ιδιαίτερα τη μεσαία τάξη, παραδοσιακό στήριγμα των μεταρρυθμιστικών ρευμάτων. Παράλληλα, το Ιράν εμφανίζεται αποδυναμωμένο και σε περιφερειακό επίπεδο, μετά τα πλήγματα σε συμμάχους του, τις επιθέσεις στο πυρηνικό του πρόγραμμα και την απώλεια του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί ενδεχόμενης αμερικανικής επέμβασης προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας, αν και οι επιλογές της Ουάσινγκτον θεωρούνται περιορισμένες και υψηλού ρίσκου. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι, παρά τη γενικευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια, δεν έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής μαζική αποστασία εντός των ελίτ ή των δυνάμεων ασφαλείας, γεγονός που επιτρέπει στο καθεστώς να παραμένει ενωμένο, βασιζόμενο κυρίως στον εξαναγκασμό και τη βία.
Ωστόσο, η έκταση, η διάρκεια και η κοινωνική σύνθεση των διαδηλώσεων υποδηλώνουν ότι το Ιράν βρίσκεται σε μια βαθιά, δομική κρίση. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ακόμη κι αν το καθεστώς καταφέρει να επιβιώσει βραχυπρόθεσμα, το αντικαθεστωτικό κλίμα δύσκολα θα υποχωρήσει, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο σημαντικών πολιτικών αλλαγών τα επόμενα χρόνια.