Η παραδοσιακή ατζέντα των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, η οποία επικεντρωνόταν επί χρόνια στο πυρηνικό πρόγραμμα και τις οικονομικές κυρώσεις, ανήκει πλέον στο παρελθόν.
Η πρόσφατη επίθεση των Φρουρών της Επανάστασης στο υπό κυπριακή σημαία πλοίο GFS Galaxy, οι μαζικές αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές εναντίον περίπου 140 στρατιωτικών στόχων και η απόφαση του Ιράν να κλείσει επ' αόριστον τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά.
Αντίθετα, σηματοδοτούν μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, όπου η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τον έλεγχο αυτής της κρίσιμης θαλάσσιας διόδου στο ισχυρότερο στρατηγικό της όπλο, επιβάλοντας μια νέα περιφερειακή ισορροπία που οι αναλυτές ονομάζουν ήδη Pax Iranica.
Αυτή η μεταβολή αποκαλύπτει μια ριζική αλλαγή στις επιδιώξεις του ιρανικού καθεστώτος. Αν και η άρση των κυρώσεων παραμένει ζητούμενο, ο αντικειμενικός σκοπός είναι πλέον η αναγνώριση του Ιράν ως της κυρίαρχης δύναμης στον Περσικό Κόλπο και ως του αποκλειστικού ρυθμιστή της ναυσιπλοΐας.
Η άρνηση της Τεχεράνης να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση των πλοίων και η διακήρυξη ότι τα Στενά θα ανοίξουν μόνο με τους δικούς της όρους συνιστούν μια σαφή προσπάθεια μετατροπής ενός διεθνούς θαλάσσιου περάσματος σε εργαλείο κυριαρχίας.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο, καθώς από το Ορμούζ διέρχεται το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και σχεδόν το σύνολο των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ. Συνεπώς, η κρίση δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή, αλλά απειλεί άμεσα την παγκόσμια οικονομία μέσω της εκτίναξης των ναύλων, των ασφαλίστρων κινδύνου και των διεθνών τιμών ενέργειας.
Το πολιτικό μήνυμα της Τεχεράνης έχει αποδέκτες τόσο τις ΗΠΑ όσο και τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες καλούνται να αποδεχθούν ότι η ασφάλειά τους εξαρτάται πλέον από το Ιράν και όχι από την αμερικανική προστασία. Για την κυβέρνηση Τραμπ, η κατάσταση εξελίσσεται σε ένα εξαιρετικά σύνθετο δίλημμα.
Παρά την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική της υπεροχή και την ικανότητα να πλήττει καίριες υποδομές, η Ουάσιγκτον δεν έχει καταφέρει να εγγυηθεί την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων. Αυτή η δυσεπίλυτη ισορροπία ενέχει τον κίνδυνο της «διπλής νίκης», καθώς οι ΗΠΑ θεωρούν ότι αποδυνάμωσαν στρατιωτικά τον αντίπαλό τους, ενώ το Ιράν πιστεύει ότι επιβίωσε και επέβαλε νέα δεδομένα. Όταν και οι δύο πλευρές αισθάνονται ενισχυμένες, οι πιθανότητες συμβιβασμού ελαχιστοποιούνται.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την παρατεταμένη δημόσια απουσία του νέου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος διαδέχθηκε τον πατέρα του.
Οι φήμες που αποδίδουν την απουσία του σε τραυματισμό ή σε ακραία μέτρα ασφαλείας εντείνουν τις ανησυχίες ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον από τους Φρουρούς της Επανάστασης και άλλα ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, καθιστώντας κάθε διπλωματική προσέγγιση σχεδόν αδύνατη. Στη μεγάλη εικόνα, η αναμέτρηση δεν αφορά απλώς δύο κράτη, αλλά το ποιος θα υπαγορεύσει τους κανόνες της επόμενης ημέρας στη Μέση Ανατολή.
Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αποδεχθούν την αμφισβήτηση της επί δεκαετίες κυριαρχίας τους, ο κίνδυνος μιας γενικευμένης σύγκρουσης θα συνεχίσει να ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω από τις διεθνείς αγορές.