Ιράν στο χείλος της ανατροπής: Οι διαδηλώσεις, ο ρόλος των ΗΠΑ και το δίλημμα Τραμπ

 
ιραν

Πηγή Φωτογραφίας: Stringer/WANA via REUTERS

Ενημερώθηκε: 13/01/26 - 22:33

Παραμένει αβέβαιο αν το διογκούμενο κύμα αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Ιράν μπορεί να οδηγήσει στην πτώση του ισλαμικού καθεστώτος που κυβερνά τη χώρα από το 1979. Ωστόσο, ο αριθμός των νεκρών διαδηλωτών αυξάνεται διαρκώς και δεν διαφαίνεται άμεση αποκλιμάκωση της έντασης. Η συνεχιζόμενη αιματοχυσία καθιστά ολοένα δυσκολότερο για τη διεθνή κοινότητα να αγνοεί τη δοκιμασία του ιρανικού λαού, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες θεοκρατικής διακυβέρνησης.

Καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της κρίσης θεωρείται ο ρόλος που διαχρονικά έχουν διαδραματίσει οι Ηνωμένες Πολιτείες στη στήριξη –άμεση ή έμμεση– του καθεστώτος. Οι επιλογές της Ουάσινγκτον σήμερα ενδέχεται να κρίνουν την τελική έκβαση. Αν η ηγεσία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ επιβιώσει και συνεχίσει την καταστολή, αυτό θα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη στάση της Δύσης. Αντίθετα, μια συνδυασμένη στρατιωτική και διπλωματική πίεση από τον Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αποδειχθεί καταλυτική, οδηγώντας ακόμη και τον ανώτατο ηγέτη στην εξορία.

Σε αντίθεση με προηγούμενους Αμερικανούς προέδρους, ο Τραμπ δεν επέλεξε τη σιωπή απέναντι στις διαδηλώσεις, αγνοώντας τις εισηγήσεις μέρους του διπλωματικού κατεστημένου. Έχει αμφισβητήσει ανοιχτά τη λογική της προσέγγισης με την Τεχεράνη και έχει προειδοποιήσει για στρατιωτική απάντηση εάν συνεχιστεί η βίαιη καταστολή των πολιτών. Στόχος του φαίνεται να είναι η ανατροπή της ισορροπίας εις βάρος του καθεστώτος, αν και στο εσωτερικό της κυβέρνησής του υπάρχουν ισχυρές αντιρρήσεις.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ομάδα αξιωματούχων με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς πιέζει για επιστροφή στη διαπραγμάτευση με την Τεχεράνη και αποφυγή νέων στρατιωτικών ενεργειών. Οι επικριτές αυτής της γραμμής προειδοποιούν ότι μια τέτοια στροφή θα ενίσχυε ένα ήδη αποδυναμωμένο καθεστώς, θα απομόνωνε τους διαδηλωτές και θα επαναλάμβανε τα λάθη της πολιτικής Ομπάμα, υπονομεύοντας τόσο τα αμερικανικά συμφέροντα όσο και τις ελπίδες των Ιρανών για αλλαγή.

Ιστορικά, η στάση της Δύσης έχει αποδειχθεί κρίσιμη για την επιβίωση της ιρανικής θεοκρατίας. Από τις επιλογές του Τζίμι Κάρτερ το 1979 μέχρι τη συμφωνία για τα πυρηνικά επί Μπαράκ Ομπάμα, η πολιτική του κατευνασμού ενίσχυσε την Τεχεράνη, οικονομικά και γεωπολιτικά, επιτρέποντάς της να επεκτείνει την επιρροή της και να καταστείλει ανελέητα την εσωτερική αντιπολίτευση.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2018 και η πολιτική «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ επιχείρησαν να ανατρέψουν αυτή την πορεία, όμως η αλλαγή σκυτάλης στον Λευκό Οίκο το 2020 οδήγησε σε επαναφορά της προηγούμενης στρατηγικής. Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση των πυρηνικών φιλοδοξιών του Ιράν και η αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής.

Τους τελευταίους μήνες, πάντως, η Τεχεράνη έχει δεχθεί αλλεπάλληλα πλήγματα. Ισραηλινές και αμερικανικές επιχειρήσεις αποδυνάμωσαν το πυρηνικό της πρόγραμμα και τους περιφερειακούς της συμμάχους, δημιουργώντας την εικόνα ενός καθεστώτος σε υποχώρηση. Σε συνδυασμό με την οικονομική κατάρρευση, τη λειψυδρία και την κακοδιαχείριση, η λαϊκή οργή φέρνει το σύστημα εξουσίας στα όριά του.

Κατά τους αναλυτές, ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να διασώσει το καθεστώς είναι η πεποίθηση ότι η Δύση θα σπεύσει και πάλι να το στηρίξει. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φωνές υπέρ νέων διαπραγματεύσεων θεωρούνται από τους επικριτές τους είτε αφελείς είτε επικίνδυνες, καθώς η ιρανική ηγεσία έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει τον διάλογο για να κερδίσει χρόνο.

Η επιλογή που έχει μπροστά του ο Τραμπ, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, δεν αφορά μόνο την αποφυγή μιας σύγκρουσης, αλλά το αν θα συμβάλει στο τέλος ενός καταπιεστικού καθεστώτος ή αν θα επαναλάβει πολιτικές που στο παρελθόν οδήγησαν σε μεγαλύτερη αστάθεια και ανθρώπινο πόνο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ