Σε κρίσιμη φάση βρίσκεται η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξαιτίας της νέας έξαρσης του ιού Έμπολα, με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) να επιβεβαιώνει τουλάχιστον 600 θανάτους σε σύνολο 1.759 εγγεγραμμένων κρουσμάτων από τα μέσα Μαΐου.
Ο ιός, ο οποίος μεταδίδεται μέσω σωματικών υγρών και προκαλεί φονικό αιμορραγικό πυρετό, έχει ιστορικό τεράστιας θνητότητας στην αφρικανική ήπειρο, με την τρέχουσα επιδημία να αποτελεί τη 17η στην ιστορία της χώρας. Παράλληλα, στη γειτονική Ουγκάντα η κατάσταση παραμένει ελεγχόμενη, με τον απολογισμό να σταθεροποιείται στους δύο θανάτους και τα 20 κρούσματα.
Η εκπρόσωπος του ΠΟΥ στη ΛΔ Κονγκό, Αν Άνσια, προειδοποίησε ότι η πραγματική κλίμακα της διασποράς δεν έχει αποτυπωθεί πλήρως, καθώς τα εξειδικευμένα κέντρα υγείας αγγίζουν ήδη το 90% της χωρητικότητάς τους, ασκώντας ασφυκτική πίεση στο υγειονομικό σύστημα.
Το επίκεντρο της κρίσης εντοπίζεται στη βορειοανατολική επαρχία Ιτούρι, ενώ ο ιός έχει επεκταθεί και στις γειτονικές επαρχίες του Βόρειου και Νότιου Κίβου. Η ανάσχεση της νόσου συναντά τεράστια εμπόδια, καθώς μεγάλες εκτάσεις αυτών των περιοχών και οι πρωτεύουσές τους τελούν υπό τον έλεγχο της αντικυβερνητικής ένοπλης οργάνωσης Μ23.
Οι συνεχείς μετακινήσεις των εκτοπισμένων πληθυσμών, η εμπόλεμη αστάθεια και οι υποδομές ενός ήδη εξασθενημένου συστήματος υγείας καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο το έργο των γιατρών, με τις ανθρωπιστικές ανάγκες για την προστασία των αμάχων και την πρόσβαση σε τροφή να παραμένουν τεράστιες.
Η επιστημονική μάχη με ένα σπάνιο στέλεχος
Η συγκεκριμένη έξαρση προκαλεί πρόσθετο προβληματισμό στην επιστημονική κοινότητα, καθώς οφείλεται στο στέλεχος "Bundibugyo" του ιού, για το οποίο δεν υπάρχει μέχρι στιγμής εγκεκριμένο εμβόλιο ή εξειδικευμένη θεραπεία. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΠΟΥ ανακοίνωσε την έναρξη κλινικών δοκιμών για δύο νέες θεραπευτικές μεθόδους, οι οποίες ξεκίνησαν στις αρχές Ιουλίου.
Παράλληλα, προκειμένου να επιταχυνθεί ο εντοπισμός των ασθενών και να περιοριστεί η αόρατη διασπορά στην κοινότητα, ο οργανισμός χορήγησε άδεια έκτακτης ανάγκης για τη χρήση του πρώτου μοριακού διαγνωστικού τεστ, στοχεύοντας στην έγκαιρη απομόνωση των νέων περιστατικών.