Η τελευταία φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέτρεψαν με τη βία έναν αυταρχικό ηγέτη, το κρίσιμο σφάλμα τους ήταν ότι άφησαν πίσω ένα επικίνδυνο κενό εξουσίας. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν ο Λευκός Οίκος έχει αντλήσει διδάγματα από το Ιράκ. Μετά την ανατροπή και τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη χώρα», χωρίς ωστόσο να είναι σαφές τι ακριβώς συνεπάγεται αυτή η εξαγγελία.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η επιχείρηση που οδήγησε τον Μαδούρο από το Καράκας στις φυλακές της Νέας Υόρκης συνιστά ξεκάθαρη επιτυχία για την αμερικανική κυβέρνηση. Ο πρώην πρόεδρος κατηγορείται ότι αλλοίωσε εκλογές, καταδίωξε και βασάνισε πολιτικούς αντιπάλους, κατέστρεψε την οικονομία και προκάλεσε μαζική έξοδο πληθυσμού, αποσταθεροποιώντας ολόκληρη την περιοχή. Η απομάκρυνσή του δεν προκαλεί ιδιαίτερη θλίψη, ενώ για τους Βενεζουελάνους ανοίγεται, τουλάχιστον θεωρητικά, ένα παράθυρο ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον. Παράλληλα, η επιχείρηση έστειλε μήνυμα ισχύος προς άλλους αντιπάλους των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας τις επιχειρησιακές τους δυνατότητες.
Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι παραμένουν ιδιαίτερα σοβαροί. Η παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους για την ανατροπή της ηγεσίας του πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον ως υπερασπιστή της διεθνούς νομιμότητας, την ώρα που χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν τις δικές τους δυνατότητες ειδικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η εκ νέου παράκαμψη του Κογκρέσου από τον Λευκό Οίκο υπονομεύει θεσμικές δικλίδες που περιορίζουν την εκτελεστική εξουσία.
Το βασικό ερώτημα παραμένει αν υπάρχει ένα συνεκτικό σχέδιο για την «επόμενη ημέρα». Χωρίς σαφή στρατηγική, η επιχείρηση δύσκολα θα οδηγήσει σε ουσιαστική δημοκρατική μετάβαση, οικονομική ανάκαμψη και σταθερότητα που θα βελτιώσει τη ζωή των πολιτών και θα ενισχύσει την ασφάλεια των ΗΠΑ. Ακόμη και αν η προσωρινή ηγεσία υπό την πρώην αντιπρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκες εμφανίζεται πρόθυμη να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον, υπάρχει ο κίνδυνος η συνεργασία αυτή να παγιώσει το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα αντί να ανοίξει τον δρόμο για δημοκρατική ανανέωση.
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να απορρίπτει το ενδεχόμενο να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία ηγείται της αντιπολίτευσης και απολαμβάνει ευρεία λαϊκή στήριξη. Εάν συνεχιστούν η πολιτική καταστολή και η διαφθορά, η δυσαρέσκεια απέναντι στις ΗΠΑ ενδέχεται να αυξηθεί, όπως και τα μεταναστευτικά ρεύματα. Παράλληλα, εγκληματικές οργανώσεις και ένοπλες ομάδες μπορεί να διατηρήσουν τον έλεγχο σε τμήματα της χώρας, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε αποτροπή από απόσταση.
Η αποφυγή ενός τέτοιου σεναρίου προϋποθέτει κάτι που μέχρι στιγμής φαίνεται να υποβαθμίζεται: συνεπή και μακρόπνοη διπλωματία. Οι ΗΠΑ καλούνται να αξιοποιήσουν τη στήριξη που διαθέτουν τόσο εντός της Βενεζουέλας όσο και στην περιοχή, ώστε να πιέσουν για μια σαφή και άμεση πορεία προς τη δημοκρατία. Πιθανόν να απαιτηθούν συμβιβασμοί, όπως αμνηστία για μεσαία στελέχη του καθεστώτος ή εξορία για ανώτατους αξιωματούχους, καθώς και ενεργός εμπλοκή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στη στήριξη μιας νέας κυβέρνησης.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τολμηρές κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης δημιουργούν ευκαιρίες για επίλυση φαινομενικά αδιεξόδων συγκρούσεων. Στο Ιράν, τη Γάζα και την Ουκρανία, αντίστοιχες ευκαιρίες κινδύνεψαν να χαθούν λόγω έλλειψης διπλωματικής συνέχειας. Αυτό ακριβώς είναι το λάθος που η Ουάσιγκτον καλείται τώρα να αποφύγει στη Βενεζουέλα.