Η εξόντωση του Αλί Λαριτζανί από ισραηλινό πλήγμα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη πλήγμα για την ιρανική ηγεσία, αλλά ενδέχεται να έχει βαθύτερες και πιο σύνθετες επιπτώσεις ακόμη και σε σύγκριση με την απώλεια του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ στις αρχές του πολέμου.
Σύμφωνα με ανάλυση του Guardian, ο ρόλος του επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας ξεπερνούσε τα όρια μιας τυπικής θεσμικής θέσης. Ο Λαριτζανί συγκαταλεγόταν στους ελάχιστους πολιτικούς που μπορούσαν να λειτουργήσουν ως γέφυρα μεταξύ διαφορετικών κέντρων εξουσίας: από τους Φρουρούς της Επανάστασης έως την πολιτική ηγεσία, αλλά και από το εσωτερικό του καθεστώτος έως βασικούς διεθνείς παίκτες, όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Σε αντίθεση με τον Χαμενεΐ, του οποίου η εξουσία ήταν απόλυτη αλλά κυρίως συγκεντρωτική, ο Λαριτζανί είχε ρόλο συντονιστή και εξισορροπητή. Διατηρούσε την εμπιστοσύνη του στρατιωτικού κατεστημένου, ενώ παράλληλα είχε πρόσβαση σε πιο μετριοπαθείς και πραγματιστικές δυνάμεις, γεγονός που τον καθιστούσε κρίσιμο διαμεσολαβητή σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων.
Η απώλειά του αποκτά ιδιαίτερη σημασία και υπό το πρίσμα πιθανών εξελίξεων στο εσωτερικό του Ιράν. Όπως επισημαίνεται, θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε ένα σενάριο πολιτικής μετάβασης, λειτουργώντας ως γέφυρα σε διαπραγματεύσεις ή ακόμη και σε μια ελεγχόμενη αλλαγή ισορροπιών. Η απουσία του περιορίζει πλέον σημαντικά τα περιθώρια ευελιξίας στη διαχείριση της κρίσης.
Παράλληλα, η θέση του στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας τον καθιστούσε βασικό σύνδεσμο μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, ειδικά μετά τις πρόσφατες συγκρούσεις. Θεωρούνταν από τους βασικούς διαμορφωτές της ιρανικής στρατηγικής και ένας από τους λίγους που μπορούσαν να μεταφέρουν αξιόπιστα μηνύματα τόσο στο εσωτερικό όσο και προς διεθνείς συνομιλητές, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Κόλπου.
Το κενό που αφήνει πίσω του δεν είναι μόνο θεσμικό αλλά και λειτουργικό. Η απώλειά του αποδυναμώνει τη διασύνδεση μεταξύ διαφορετικών πυλώνων εξουσίας και ενισχύει τον κίνδυνο επικράτησης πιο σκληροπυρηνικών κύκλων, οι οποίοι στερούνται της ίδιας ευελιξίας και διεθνούς αποδοχής.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται και ένα βαθύτερο ζήτημα: η έλλειψη εναλλακτικών ηγετικών προσώπων στο εσωτερικό της χώρας. Η δεξαμενή πιθανών διαδόχων ή μεταβατικών λύσεων εμφανίζεται πλέον εξαιρετικά περιορισμένη, γεγονός που περιπλέκει περαιτέρω κάθε προσπάθεια πολιτικής σταθεροποίησης.