Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ διαμήνυσε ότι η Ουάσιγκτον θα επιβάλει τους δικούς της όρους στη σύγκρουση με το Ιράν, κάνοντας λόγο για νίκη στο πλαίσιο του δόγματος «America First» που, όπως είπε, έχει επιλέξει ο Ντόναλντ Τραμπ. Η ρητορική του, σύμφωνα με ανάλυση του CNN, θυμίζει τις διαβεβαιώσεις του Τζορτζ Μπους μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν είχε υποσχεθεί ότι οι ΗΠΑ θα καθόριζαν τον χρόνο και τον τρόπο λήξης της σύγκρουσης που ακολούθησε.
Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, βαραίνει. Οι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν διήρκεσαν σχεδόν δύο δεκαετίες, αφήνοντας ανοιχτές πληγές στην αμερικανική κοινωνία. Σήμερα, η απόφαση του Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά κατά του Ιράν, σε συνεργασία με το Ισραήλ, προκαλεί ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας νέας παρατεταμένης αποσταθεροποίησης στη Μέση Ανατολή, με βαρύ ανθρωπιστικό και γεωπολιτικό κόστος.
Παρά τους κινδύνους, αναλυτές δεν αποκλείουν εναλλακτικά σενάρια. Ένα αισιόδοξο ενδεχόμενο προβλέπει ότι οι επιθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λαϊκή εξέγερση και πολιτική αλλαγή στην Τεχεράνη. Ένα πιο ρεαλιστικό σενάριο θέλει το ιρανικό καθεστώς να ανασυγκροτείται, αλλά αποδυναμωμένο στρατιωτικά, με περιορισμένες πυρηνικές και πυραυλικές δυνατότητες. Στο δυσμενέστερο σενάριο, το Ιράν θα μπορούσε να διολισθήσει σε χάος τύπου Λιβύης, με εμφύλιες συγκρούσεις, προσφυγικές ροές και ανεξέλεγκτη διασπορά οπλικών συστημάτων.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική ρητορική εμφανίζεται μεταβαλλόμενη. Ο Τραμπ έχει μιλήσει για αλλαγή καθεστώτος, για καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και για «απελευθέρωση» του ιρανικού λαού. Ο Χέγκσεθ επικαλέστηκε την ανάγκη εκδίκησης για Αμερικανούς που σκοτώθηκαν σε επιθέσεις φιλοϊρανικών δυνάμεων, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε τη σύγκρουση «προληπτική», υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ σχεδίαζε επίθεση και οι αμερικανικές δυνάμεις κινδύνευαν με αντίποινα.
Αυτή η ασάφεια ως προς τους τελικούς στόχους, σχολιάζει το CNN, δημιουργεί ερωτήματα για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Δημοκρατικοί γερουσιαστές, όπως η Τζιν Σαχίν, ζητούν σαφήνεια ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Ο Τραμπ, πάντως, φαίνεται να περιορίζει δημοσίως τους στόχους του, εστιάζοντας στην εξουδετέρωση του ιρανικού ναυτικού, των πυραυλικών δυνατοτήτων και των μελλοντικών πυρηνικών φιλοδοξιών. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η διατήρηση ασαφών στόχων επιτρέπει στον Λευκό Οίκο να διακηρύξει επιτυχία κατά το δοκούν, αποφεύγοντας την παγίδα μιας μεγάλης χερσαίας εμπλοκής.
Ωστόσο, οι πιθανότητες κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος παραμένουν περιορισμένες. Το σύστημα εξουσίας στην Τεχεράνη διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου, ενώ η απουσία οργανωμένης αντιπολίτευσης καθιστά δύσκολη μια άμεση πολιτική μετάβαση. Παράλληλα, ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να έχει ευρύτερες συνέπειες, επηρεάζοντας τις ισορροπίες με τη Ρωσία και την Κίνα και τη ροή στρατιωτικής υποστήριξης προς τη Μόσχα.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη. Δημοσκόπηση του CNN καταγράφει ότι σχεδόν έξι στους δέκα Αμερικανούς αποδοκιμάζουν τη στρατιωτική εμπλοκή. Πιθανές αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου και άνοδος του πληθωρισμού θα μπορούσαν να εντείνουν την πολιτική πίεση ενόψει εκλογικών αναμετρήσεων.
Η σύγχρονη αμερικανική ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι δεν κρίνονται μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο. Και παρά τις διαβεβαιώσεις για «νίκη με αμερικανικούς όρους», η έκβαση της νέας σύγκρουσης παραμένει αβέβαιη.