Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να διερευνά διακριτικά τον πρόεδρο του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ως πιθανό συνομιλητή – ακόμη και ως ενδεχόμενο μελλοντικό ηγέτη της χώρας – σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον δείχνει να μετατοπίζεται από τη στρατιωτική πίεση προς μια διαπραγματευτική διέξοδο.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, ο Γκαλιμπάφ, παρά τη σκληρή ρητορική του κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους, αντιμετωπίζεται από ορισμένους κύκλους του Λευκού Οίκου ως δυνητικά αξιόπιστος συνομιλητής. Οι ίδιες πηγές, μιλώντας στο Politico, εκτιμούν ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στη διαμόρφωση της μελλοντικής ηγεσίας του Ιράν και να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις με την αμερικανική πλευρά στη νέα φάση της κρίσης.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον αποφεύγει προς το παρόν να δεσμευτεί σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, επιδιώκοντας να «δοκιμάσει» περισσότερους πιθανούς συνομιλητές, με στόχο να εντοπίσει εκείνον που θα εμφανιστεί διατεθειμένος να καταλήξει σε συμφωνία. Όπως επισημαίνεται από πηγές με γνώση των διεργασιών, ο Γκαλιμπάφ συγκαταλέγεται «μεταξύ των πρώτων επιλογών», χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί οριστική απόφαση.
Η προσπάθεια της αμερικανικής κυβέρνησης να εντοπίσει έναν συνομιλητή στο εσωτερικό του ιρανικού συστήματος αντανακλά την αναζήτηση μιας διεξόδου από την κλιμάκωση της σύγκρουσης, η οποία έχει ήδη προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και ανησυχίες για νέα κύματα πληθωρισμού.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, τονίζεται ότι οι σχετικές διεργασίες εντάσσονται σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο διπλωματικό πλαίσιο. Η εκπρόσωπος Τύπου, Κάρολαϊν Λεβίτ, υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να διαπραγματευτούν δημόσια.
Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές με «πολύ αξιόπιστα» πρόσωπα εντός του Ιράν, ενώ ανακοίνωσε πενθήμερη αναστολή των επιθέσεων κατά ιρανικών ενεργειακών υποδομών, εν μέσω εντατικοποίησης των διπλωματικών διεργασιών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον οικονομικό παράγοντα και κυρίως στο πετρέλαιο. Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, ο Τραμπ αποφεύγει να πλήξει κρίσιμες υποδομές, όπως το νησί Χαργκ – βασικό κόμβο εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν – με την προσδοκία ότι μια μελλοντική ηγεσία θα μπορούσε να συνάψει συμφωνία ευνοϊκή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται συγκρίσεις με τη Βενεζουέλα, όπου επιχειρήθηκε ανάλογη προσέγγιση μέσω συμφωνιών με κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Ωστόσο, τέτοιες εκτιμήσεις αντιμετωπίζονται με επιφυλάξεις ακόμη και εντός της αμερικανικής διοίκησης. Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η ιδέα επιλογής ή διαμόρφωσης της επόμενης ηγεσίας του Ιράν από την Ουάσιγκτον είναι πρόωρη και ενδεχομένως αφελής, επισημαίνοντας ότι η ιρανική πλευρά έχει αποδείξει την ικανότητά της να αντέχει την πίεση και να διατηρεί τη διαπραγματευτική της θέση.
Ανάλογες επιφυλάξεις εκφράζονται και από διεθνείς αναλυτές. Όπως επισημαίνεται, ο Γκαλιμπάφ, αν και θεωρείται πραγματιστής και πολιτικά φιλόδοξος, παραμένει βαθιά ενταγμένος στο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο της Ισλαμικής Δημοκρατίας, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια ουσιαστικών παραχωρήσεων προς την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, το κλίμα στην Τεχεράνη χαρακτηρίζεται από έντονη δυσπιστία απέναντι στις προθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του εξόριστου Ρεζά Παχλαβί φαίνεται να απορρίπτεται από την αμερικανική πλευρά, καθώς εκτιμάται ότι δεν διαθέτει επαρκή εσωτερική νομιμοποίηση. Αντιθέτως, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε πρόσωπα που κατέχουν ήδη θέσεις ισχύος εντός του ιρανικού συστήματος.
Παρά τις σχετικές διαρροές, ο ίδιος ο Γκαλιμπάφ διέψευσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με αμερικανικές πηγές να αποδίδουν τη στάση αυτή σε εσωτερικούς πολιτικούς υπολογισμούς.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, με την Ουάσιγκτον να επιδιώκει να εντοπίσει πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναδειχθούν και να δοκιμαστούν ως πιθανοί συνομιλητές. Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται να επιδιώκει μια συμφωνία που θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση της έντασης και πρόοδο στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, επισημαίνοντας ότι προτιμά την ειρήνη από τη σύγκρουση.