Η πολιτική και θεσμική αντιπαράθεση στην Πολωνία για τον έλεγχο και τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου κλιμακώνεται, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις των αστυνομικών δυνάμεων στη Βαρσοβία.
Ο πρόεδρος της χώρας, Κάρολ Ναβρότσκι, συγκαλεί έκτακτες διαβουλεύσεις με εκπροσώπους της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, επιχειρώντας να βρεθεί διέξοδος στην κρίση που κορυφώθηκε την Παρασκευή με την παρουσία ειδικών αστυνομικών δυνάμεων στον χώρο του ανώτατου δικαστικού οργάνου.
Κεντρικό πρόσωπο των εξελίξεων είναι η δικαστής Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, η οποία ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, θέτοντας σε υποχρεωτική διακοπή καθηκόντων τον πρόεδρο Μπόγκνταν Σφιεντσκόφσκι και τον αντιπρόεδρο Μπαρτλομιέι Σοχάνσκι για διάστημα ενός μήνα. Η απόφασή της ελήφθη έπειτα από αίτημα του υπουργού Δικαιοσύνης και γενικού εισαγγελέα, Βάλντεμαρ Ζούρεκ, και αφορά τόσο τα δικαστικά όσο και τα διοικητικά τους καθήκοντα.
Η Κόρβιν-Πιοτρόφσκα επικαλέστηκε το άρθρο 130 του νόμου για την οργάνωση των τακτικών δικαστηρίων, υποστηρίζοντας ότι ο μέχρι πρότινος επικεφαλής του δικαστηρίου παρεμπόδιζε τη συμμετοχή εκλεγμένων δικαστών στις συνεδριάσεις.
Παράλληλα, κατήγγειλε προβλήματα στον καθορισμό των δικαστικών συνθέσεων, προνομιακή μεταχείριση υποθέσεων πολιτικού ενδιαφέροντος και ενδεχόμενους κινδύνους για τη χρηματοδότηση του θεσμού το 2027.
Η δικαστής, που γεννήθηκε την 1η Νοεμβρίου 1969 και σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο του Βρότσλαβ, έχει μακρά διαδρομή στη δικαστική λειτουργία. Διορίστηκε το 1999 στο τοπικό δικαστήριο του Κεντζιέρζιν-Κόζλε, του οποίου ανέλαβε την προεδρία το 2003, ενώ το 2012 έγινε αντιπρόεδρος του περιφερειακού δικαστηρίου του Οπόλε. Απομακρύνθηκε από τη συγκεκριμένη θέση επί υπουργίας Ζμπίγκνιεφ Ζιόμπρο, με τη διαδικασία να προκαλεί αντιδράσεις από την Ένωση Δικαστών Themis.
Η ίδια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενώ η υπόθεση έκλεισε το 2022 με συμβιβασμό με το πολωνικό κράτος. Το 2024, μετά την κυβερνητική αλλαγή, ο υπουργός Δικαιοσύνης Άνταμ Μπόντναρ την επανέφερε στην προεδρία του περιφερειακού δικαστηρίου του Οπόλε, με εξαετή θητεία.
Η εκλογή της στο Συνταγματικό Δικαστήριο από την κάτω βουλή του πολωνικού κοινοβουλίου, τη Σέιμ, στις 13 Μαρτίου 2026, αποτέλεσε επίσης σημείο αντιπαράθεσης. Ο πρόεδρος Κάρολ Ναβρότσκι αρνήθηκε να δεχθεί την ορκωμοσία της στο Προεδρικό Μέγαρο.
Η δικαστής προχώρησε στην ανάγνωση και υπογραφή του όρκου στη Σέιμ, παρουσία συμβολαιογράφου, με το σχετικό έγγραφο να αποστέλλεται στη συνέχεια στο γραφείο του προέδρου. Ο Σφιεντσκόφσκι αμφισβήτησε τη νομιμότητα της διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε δημιουργηθεί επίσημη υπηρεσιακή σχέση της με το δικαστήριο.
Το Σάββατο, η Κόρβιν-Πιοτρόφσκα προχώρησε σε νέα έκτακτα μέτρα, αναδιοργανώνοντας τη λειτουργία του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων, ανέστειλε την αυτοπρόσωπη παρουσία και την εκτέλεση καθηκόντων του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού στο κτίριο, διασφαλίζοντας ωστόσο τη συνέχιση της μισθοδοσίας τους.
Παράλληλα, ανέστειλε τη λειτουργία του πρωτοκόλλου, περιόρισε τις αρμοδιότητες της Καγκελαρίας και της Νομικής Υπηρεσίας και ανακάλεσε τις προηγούμενες εξουσιοδοτήσεις εκπροσώπησης του εργοδότη, συγκεντρώνοντας τις σχετικές αρμοδιότητες στο πρόσωπό της.
Επιπλέον, συνέστησε στους δικαστές να εκτελούν τα καθήκοντά τους εκτός του δικαστικού μεγάρου, επικαλούμενη αυξημένο κίνδυνο διατάραξης της δημόσιας τάξης. Η πρόσβαση στο κτίριο περιορίστηκε, με την είσοδο να επιτρέπεται μόνο από συγκεκριμένες πύλες και κατόπιν σχετικών ανακοινώσεων.
Η ένταση είχε αρχίσει να κλιμακώνεται από την Παρασκευή, όταν ειδικές αστυνομικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στον εξωτερικό χώρο του δικαστηρίου, έπειτα από προειδοποίηση της Κόρβιν-Πιοτρόφσκα για πιθανούς κινδύνους κατά της ασφάλειας εργαζομένων και δικαστών. Οι αστυνομικοί δεν εισήλθαν στο κτίριο, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία τους αποσκοπούσε στην προστασία της ασφάλειας και στην αποτροπή επεισοδίων.
Η κινητοποίηση συνέπεσε με την κίνηση του υπουργού Δικαιοσύνης να ζητήσει την άρση της ασυλίας του Σφιεντσκόφσκι, ο οποίος έχει τοποθετηθεί στην ηγεσία του δικαστηρίου από το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS).
Το ιστορικό της σύγκρουσης και η παρέμβαση Ναβρότσκι
Η κρίση γύρω από το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει βαθιές πολιτικές ρίζες και συνδέεται με τη διαμάχη για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης στην Πολωνία. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του PiS, από το 2015 έως το 2023, οι διορισμοί δικαστών στο συγκεκριμένο όργανο αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την πολιτική επιρροή στη λειτουργία του.
Μετά την επιστροφή του στην εξουσία το 2023, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ δεσμεύτηκε να αποκαταστήσει το κράτος δικαίου και να αντιμετωπίσει τις θεσμικές εκκρεμότητες που κληρονόμησε από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Ωστόσο, οι προσπάθειες για αλλαγές στη σύνθεση του Συνταγματικού Δικαστηρίου προσέκρουσαν στην άρνηση του προέδρου Ναβρότσκι να επικυρώσει τους σχετικούς διορισμούς.
«Η αποκατάσταση του κράτους δικαίου αποτελεί καθήκον μας», δήλωσε ο Τουσκ, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία είναι δύσκολη και απαιτεί αποφασιστικές κινήσεις.
Από την πλευρά του, ο Ναβρότσκι ανακοίνωσε την έκτακτη σύγκληση διαβουλεύσεων με εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων, επικαλούμενος απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της χώρας. Μάλιστα, διέκοψε το ταξίδι του προς τη Σενεγάλη, όπου επρόκειτο να παραστεί στην έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων Νέων, και επέστρεψε στη Βαρσοβία.
Το βράδυ της Παρασκευής μετέβη στο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπου, σύμφωνα με τηλεοπτικά πλάνα, χρειάστηκε να σπρώξει δικαστές που επιχείρησαν να εμποδίσουν την είσοδό του. Παρέμεινε στον χώρο μέχρι αργά τη νύχτα, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει την έκταση της θεσμικής αντιπαράθεσης.
Οι σημερινές διαβουλεύσεις στο Προεδρικό Μέγαρο αναμένεται να αποτελέσουν μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης, σε μια σύγκρουση που φέρνει αντιμέτωπους την κυβέρνηση Τουσκ, τον πρόεδρο της χώρας και διαφορετικές πλευρές του δικαστικού σώματος, με επίκεντρο τον έλεγχο, τη νομιμοποίηση και την ανεξαρτησία του Συνταγματικού Δικαστηρίου.