«Πράσινη» και κατά της λιτότητας η μετά-Μέρκελ εποχή στην Ευρώπη

Ανναλένα Μπέρμποκ
Ενημερώθηκε: 22/04/21 - 01:01
Του Μιχάλη Ψύλου

«Η δημοκρατία χρειάζεται την αλλαγή και θέλω να είμαι υποψήφια για την ανανέωση, όταν άλλοι είναι υποψήφιοι για να διατηρήσουν το σημερινό status quo»: Ηταν τα πρώτα λόγια της Ανναλένα Μπέρμποκ, μετά την ανακήρυξή της σε υποψήφια των Πρασίνων για τη Γερμανική καγκελαρία, που δίνουν και το στίγμα της αναμέτρησης για τις ομοσπονδιακές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου.

Μια αναμέτρηση που φυσικά και δεν αφορά μόνο τη Γερμανία, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη. Με δεδομένη την επιρροή του Βερολίνου στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες ελπίζουν άλλωστε να μπει τέλος στην 16χρονη ηγεμονία των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών στην ΕΕ. 

Μια πολιτική που δυστυχώς μόνο δεινά απέφερε, ενισχύοντας τις διαλυτικές τάσεις στην ΕΕ.  

Η Ευρώπη θέλει επειγόντως να αναπνεύσει από την "Μερκελική" πολιτική της σκληρής λιτότητας, των μνημονίων και του εξουθενωτικού ζουρλομανδύα του Συμφώνου Σταθερότητας και το ερώτημα είναι; Θα είναι η 40χρονη Ανναλένα Μπέρμποκ  η διάδοχος της Ανγκελα Μέρκελ; Και αν ναι, σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί; 

«Αν οι δημοσιονομικοί κανόνες είναι πολύ αυστηροί, δεν έχουν νόημα να αποτρέψουν αυτό που απαιτείται πολιτικά, άρα πρέπει να αλλάξουν», τόνισε η Μπέρμποκ σε άρθρο που υπέγραψε από κοινού με τον συμπρόεδρο των Πρασίνων Ρόμποερτ Χαμπεκ στην Frankfurter Allgemeine Zeitung. 

Όλα αυτά θα κριθούν στην πορεία φυσικά, αλλά το σίγουρο είναι, κατ` αρχήν, ότι μια Πράσινη καγκελάριος μέχρι χθες φάνταζε όνειρο θερινής νυκτός. Και μάλιστα μια ηλικιακά νεότερη υποψήφια καγκελάριος στην ιστορία της χώρας. Για πρώτη φορά άλλωστε οι Πράσινοι κατεβαίνουν στις εκλογές με υποψήφιο για την Καγκελαρία.

Και όπως φαίνεται οι Γερμανοί πολίτες το επικροτούν, αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, τουλάχιστον.

Οι Πράσινοι θα κέρδιζαν την πρώτη θέση αν διεξάγονταν σήμερα εκλογές στη Γερμανία, σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa, που δείχνει ταυτόχρονα, κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών.

Μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας Μπέρμποκ,οι Πράσινοι εκτοξεύτηκαν στην πρώτη θέση με 28%, αυξάνοντας το ποσοστό τους κατά  πέντε ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με ανάλογη έρευνα της 13ης Απριλίου. 

Το μεγάλο ζήτημα που απασχολεί την κοινή γνώμη και στη Γερμανία είναι η κρίση του κορονοϊού και οι συνέπειές της. Με τους Χριστιανοδημοκράτες να έχουν αποτύχει πλήρως και τους συγκυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες να μοιράζονται αντικειμενικά την ευθύνη, οι ψηφοφόροι στρέφονται πλέον στην μοναδική εναλλακτική που έχει απομείνει.

Καταρρέουν οι Χριστιανοδημοκράτες 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ένωση Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSUχάνει επτά ποσοστιαίες μονάδες και υποχωρεί από 28% στο 21%. 

Το ίδιο φαινόμενο θα αντιμετωπίσουν άλλωστε όλα τα κυβερνητικά κόμματα που απέτυχαν στη δοκιμασία της πανδημίας. Η Ενωση CDU/CSU, επιλέγοντας όμως και τον 60χρονο «μερκελιστή», αλλά «άχρωμο και βαρετό», Αρμιν Λάσετ ως υποψήφιο για την καγκελαρία, είναι σαν να ρίχνει από τώρα λευκή πετσέτα στο ριγκ της εκλογικής μάχης.

«Η Ενωση συσπειρώνεται γύρω από έναν αδύναμο άνθρωπο» γράφει η ιταλική HuffPost. Δεν είναι τυχαίο που μόλις το 32% των ερωτηθέντων στη δημοσκόπηση του ινστιτούτου Forsa θεωρεί καλή την επιλογή Λάσετ ως υποψηφίου. Το  47% θα προτιμούσε ως υποψήφιο της Ενωσης τον 52χρονο Βαυαρό πρωθυπουργό Μάρκους Ζέντερ, ο οποίος παρά τις δήθεν διαμαρτυρίες του, έκανε πίσω.

Γιατί κατάλαβε ότι και το ίδιο το «βαθύ σύστημα» ευνοεί πλέον μια αλλαγή στην καγκελαρία για λόγους που έχουν να κάνουν με την νέα κατάσταση που διαμορφώνεται παγκοσμίως ιδιαίτερα μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν στην αμερικανική προεδρία. 

«Ο Λάσετ δεν μπορεί να ενώσει το κόμμα και ενώ απομένουν μόλις πέντε μήνες πριν τις εκλογές ,δεν υπάρχει κανένα εκλογικό πρόγραμμα, ούτε καν ευφορία μεταξύ των οπαδών» γράφει η εφημερίδα Handelsblatt, που παραδοσιακά εκπροσωπεί την γερμανική οικονομική ελίτ. Σημειώνει μάλιστα με έμφαση ότι τα τρία τέταρτα των πολιτών (74%),δεν πιστεύουν ότι τα χαμηλά ποσοστά των δημοσκοπήσεων για τον Λάσετ και την Ένωση θα βελτιωθούν σημαντικά έως την ημέρα των εκλογών τον Σεπτέμβριο».

Το σίγουρο είναι ότι «μετά την αποχώρηση της Άνγκελα Μέρκελ , η Καγκελαρία θα παραμένει στα χέρια των γυναικών» γράφει η Aachener Zeitung και προσθέτει: «Αυτή η προοπτική είναι  ρεαλιστική από την περασμένη Δευτέρα και είναι δελεαστική για πολλούς ανθρώπους εκτός των Πρασίνων. Και τώρα γίνεται ακόμη πιο ελκυστική για τους  περισσότερους οπαδούς του CDU και της CSU» τονίζει η γερμανική εφημερίδα.

«Συνολικά, οι Πράσινοι έχουν γίνει μέρος του ιστού της γερμανικής κοινωνίας. Απευθύνονται  όχι μόνο στην παραδοσιακή αριστερή βάση τους,αλλά και στους κεντρώους ψηφοφόρους που νοιάζονται για το περιβάλλον και έχουν κουραστεί από τους Χριστιανοδημοκράτες», λέει ο Κάρλ Αρζχάιμερ, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς.

Κυβέρνηση «φωτεινού σηματοδότη»

Φαίνεται πλέον ότι και το ισχυρότερο τμήμα της γερμανικής οικονομικής ελίτ αποδέχεται , έστω και αναγκαστικά ,εγκαταλείπει τους Χριστιανοδημοκράτες στην  τύχη τους  και προσανατολίζεται πλέον ΄σε μια νέα κυβέρνηση με τους Πράσινους στο επίκεντρο.  

Μια κυβέρνηση Πρασίνων, Σοσιαλδημοκρατών (SPD) και Ελευθέρων Δημοκρατών (FDP) με τη στήριξη ακόμη και της Αριστεράς. Η επονομαζόμενη κυβέρνηση «φωτεινού σηματοδότη» από το πράσινο, το κόκκινο του SPD και το πορτοκαλί του FDP, η οποία θα συγκέντρωνε ισχυρή πλειοψηφία άνω του 53% ,όπως εκτιμά "Frankfurter Rundschau".

Η γερμανική εφημερίδα αποκλείει μάλιστα το ενδεχόμενο σύμπραξης των Πρασίνων με τους Χριστιανοδημοκράτες , όπως ελπίζουν κάποιοι κύκλοι: «Ο συνδυασμός μαύρου( CDU/CSU) και πράσινου στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι επιλογή. Επειδή αυτό θα σήμαινε για τους Πράσινους ότι έχουν ένα καλό σχέδιο, αλλά δεν το πιστεύουν πραγματικά» γράφει η Frankfurter Rundschau και προσθέτει: «Τα τεράστια προβλήματα - κλιματική αλλαγή, πανδημία και οι συνέπειές της, η αυξανόμενη κοινωνική ανισότητα, η εξάπλωση του δεξιού εξτρεμισμού-μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο από φρέσκα πρόσωπα με καθαρό προφίλ»!

Και η υποψήφια των Πρασίνων «έχει περισσότερο αέρα στα πανιά της, ενώ ο υποψήφιος της Ενωσης έχει ήδη φθαρεί από τον εσωκομματικό αγώνα, και ο υποψήφιος του SPD, Ολαφ Σολτς έχει ένα κόμμα για ανοικοδόμηση» γράφει χαρακτηριστικά η Haffpost στην ιταλική της έκδοση.

Μητέρα δύο μικρών παιδιών ,η  Ανναλένα Μπέρμποκ θα μπορούσε επίσης να παρομοιαστεί με την Γιάσιντα Αρντερν, την συμπονετική και πανίσχυρη πρωθυπουργό της Νέας Ζηλανδίας. Είναι μια νεαρή γυναίκα που μπορεί να κατανοήσει προσωπικά τις καθημερινές ανάγκες των οικογενειών με μικρά παιδιά και να μετουσιώσει σε πολιτική τα προβλήματά τους.

Με σπουδές στα νομικά ,αλλά Πρώην πρωταθλήτρια στο  τραμπολίνο (τρεις φορές χάλκινο μετάλλιο στα γερμανικά πρωταθλήματα), η Ανναλένα Μπέρμποκ  εντάχθηκε στους Πράσινους το 2005- τη χρονιά που το κόμμα της επέστρεψε στην αντιπολίτευση μετά από επτά χρόνια στην κυβέρνηση υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ και με υπουργό Εξωτερικών τον «Πράσινο» Γιόσκα Φίσερ.

Η άνοδός της στο κόμμα ήταν πολύ γρήγορη , το 2013 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής και τον Ιανουάριο του 2018 συμπρόεδρος των Πρασίνων μαζί με τον Ρόμπερτ Χάμπεκ. Αν και δεν έχει κυβερνητική εμπειρία, έχοντας θητεύσει επί πολλά χρόνια ως βοηθός ευρωβουλευτή στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο έχει βαθιά γνώση των ευρωπαϊκών θεμάτων .

Κοινή γραμμή με τον Μπάιντεν

Φυσικά, και με την Μπέρμποκ καγκελάριο «δεν θα υπάρξουν κατολισθήσεις ή εκπλήξεις στη στάση της Γερμανίας απέναντι στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, για μια πιο ενωμένη και ισχυρότερη Ευρώπη» τονίζει η HuffPost. Θα αλλάξει όμως ο δρόμος, η πορεία προς αυτή την κατεύθυνση. 

«Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι η χώρα  και η Ευρώπη χρειάζονται ένα νέο ξεκίνημα» τόνισε η Μπέρμποκ στην πρώτη τηλεοπτική της συνέντευξη ως υποψήφια καγκελάριος. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι Πράσινοι αναμένεται να  εξισορροπήσουν τις δεσμεύσεις ανάμεσα στην οικονομία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προτείνουν μάλιστα  μια πιο παρεμβατική προσέγγιση από την  Μέρκελ, η οποία είχε δώσει προτεραιότητα μόνο στη συνεχή πρόσβαση των γερμανικών εταιρειών στις εξαγωγικές αγορές.

Δεν δίστασε μάλιστα να επικρίνει τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν για την αυταρχική του πολιτική, ιδιαίτερα απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών. 

«Το ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών είναι πάντα ζήτημα δημοκρατίας και κράτους δικαίου» τόνισε χαρακτηριστικά, χαρακτηρίζοντας «παράλογο» τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κατά την επίσκεψή της στην Αγκυρα. 

«Υπάρχουν πολλές  αυταρχικές εξουσίες σε όλο τον κόσμο» πρόσθεσε η υποψήφια των Πρασίνων. Εκφράζοντας επίσης την αντίθεσή της στην εσωτερική  πολιτική του Ρώσου προέδρου Πούτιν.

 Γερμανοί Πράσινοι έχουν ταχθεί άλλωστε και κατά της κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2 από τη Ρωσία στη Γερμανία, γεγονός που έχει γίνει δεκτό με ικανοποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Σύμφωνα με ανάλυση του BBC «η Μπέρμποκ έχει εστιάσει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής της ενέργειας στις διεθνείς υποθέσεις, ακολουθώντας μια κεντρική γραμμή στην άμυνα και πιέζει για μια ισχυρότερη κοινή εξωτερική πολιτική της ΕΕ». 

«Εάν αποτύχει η φωνή της Γερμανίας στην εξωτερική πολιτική - είτε πρόκειται για τις εντάσεις στην Ουκρανία είτε για τη στάση απέναντι στη Ρωσία, ή για το έργο Nord Stream 2 - τότε η Ευρώπη θα καταστραφεί", τόνισε χαρακτηριστικά . 

Αν και οι Πράσινοι έχουν  εγκαταλείψει προηγούμενες αντιρρήσεις για ένταξη στο ΝΑΤΟ, θέλουν να τερματιστεί η «συμφωνία πυρηνικής ανταλλαγής», σύμφωνα με την οποία ορισμένα αμερικανικά πυρηνικά όπλα  εξακολουθούν να αποθηκεύονται στο γερμανικό έδαφος.

Η Ανναλένα Μπέρμποκ βλέπει την προεδρία Μπάιντεν ως «ευκαιρία να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο» στις σχέσεις της ΕΕ με τις ΗΠΑ. 

Σε συνέντευξή της στην DW τον Ιανουάριο, η Μπέρμποκ είχε εκφράσει την ικανοποίησή της για την απόφαση του νέου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζο Μπάιντεν για την επιστροφή της Ουάσιγκτον στη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. 

Όπως είπε, «πρέπει τώρα να διατυπώσουμε τις δικές μας προτάσεις για μια ευρωπαϊκή διατλαντική Πράσινη Συμφωνία». Είναι καιρός άλλωστε η αντι -νεοφιλελεύθερη γραμμή του Τζο Μπάιντεν να περάσει τον Ατλαντικό και να κυριαρχήσει και στην Ευρώπη.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα «Δημοκρατία»