Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να πλήξει το Ιράν συνιστά ένα υψηλού ρίσκου στοίχημα, όχι τόσο στο στρατιωτικό πεδίο όσο στο πολιτικό του αποτέλεσμα. Η κοινή επιχείρηση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ εξελίσσεται με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα, πλήττοντας κρίσιμες υποδομές με περιορισμένες παράπλευρες απώλειες. Εκτιμάται ότι στο τέλος της εκστρατείας η Τεχεράνη θα έχει απολέσει μεγάλο μέρος του πυρηνικού της προγράμματος, των βαλλιστικών της δυνατοτήτων και της στρατιωτικής ισχύος της στην περιοχή.
Το βασικό διακύβευμα, ωστόσο, δεν είναι στρατιωτικό αλλά πολιτικό: κατά πόσο οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί μπορούν να πυροδοτήσουν μια λαϊκή εξέγερση που θα οδηγήσει σε ανατροπή του καθεστώτος. Παρά τις επιτυχίες στο πεδίο, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι μια τέτοια εξέλιξη θα πραγματοποιηθεί. Αντίθετα, μια αποτυχία θα μπορούσε να αφήσει πίσω της ένα πιο σκληροπυρηνικό και επιθετικό καθεστώς, αποφασισμένο να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να εκδικηθεί.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η ανατροπή καθεστώτων αποκλειστικά μέσω αεροπορικής ισχύος είναι εξαιρετικά δύσκολη χωρίς την παρουσία χερσαίων δυνάμεων. Αν και η τεχνολογία έχει μειώσει την ανάγκη για μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις, περιπτώσεις όπως το Αφγανιστάν το 2001 ή η Λιβύη το 2011 κατέδειξαν ότι ακόμη και περιορισμένη χερσαία εμπλοκή ήταν καθοριστική.
Στην περίπτωση του Ιράν, η δυσαρέσκεια μεγάλου μέρους της κοινωνίας απέναντι στο καθεστώς δημιουργεί θεωρητικά προϋποθέσεις εξέγερσης. Ωστόσο, οι δυνάμεις ασφαλείας παραμένουν ισχυρές και έχουν αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορούν να καταστείλουν βίαια κάθε αντίδραση. Οι αεροπορικές επιθέσεις ενδέχεται να έχουν αποδυναμώσει τις υποδομές τους, αλλά δεν είναι σαφές αν έχουν πλήξει την επιχειρησιακή τους ικανότητα ή το ηθικό τους.
Το επικρατέστερο σενάριο είναι η επιβίωση του καθεστώτος, το οποίο θα μπορούσε να επανέλθει πιο επιθετικό και απρόβλεπτο. Εναλλακτικά, μια πιθανή κατάρρευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε εμφύλια σύγκρουση, με ευρύτερες αποσταθεροποιητικές συνέπειες για την περιοχή. Ένα τρίτο ενδεχόμενο είναι η ανάδειξη μιας στρατιωτικής δικτατορίας, ενώ η μετάβαση σε σταθερή δημοκρατία θεωρείται το λιγότερο πιθανό σενάριο.
Στο πλαίσιο αυτό, αναλυτές εκτιμούν ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας παρέχοντας άμεση στήριξη σε ενδεχόμενες λαϊκές κινητοποιήσεις, ακόμη και με αεροπορική κάλυψη. Παράλληλα, η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ στον Λίβανο — βασικού συμμάχου της Τεχεράνης — θα μπορούσε να πλήξει το ηθικό του ιρανικού καθεστώτος και να ενισχύσει την πίεση για εσωτερικές αλλαγές.
Παρά τα πιθανά οφέλη, οι επιλογές αυτές ενέχουν σοβαρούς κινδύνους, όπως αυξημένες απώλειες αμάχων και περαιτέρω αποσταθεροποίηση. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της στρατηγικής των ΗΠΑ θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη στρατιωτική υπεροχή, αλλά και από το κατά πόσο θα καταφέρουν να επηρεάσουν τις εσωτερικές εξελίξεις στο Ιράν. Το στοίχημα παραμένει ανοιχτό — και το τίμημα πιθανής αποτυχίας ιδιαίτερα υψηλό.