Σε ένα ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο που δημοσιεύθηκε στη ρωσική ιστοσελίδα Profil, ο αναλυτής διεθνών σχέσεων Ντμίτρι Τρένιν υποστηρίζει ότι η Ρωσία θα πρέπει να εγκαταλείψει την προσδοκία αποκατάστασης ισορροπημένων σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω της διπλωματίας. Αντίθετα, προτείνει την ενίσχυση των συμμάχων της Μόσχας που βρίσκονται σε στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του προφίλ του ίδιου του Τρένιν. Ο πρώην διευθυντής του Carnegie Moscow Center —το οποίο έκλεισε από τις ρωσικές αρχές το 2022— θεωρούνταν για χρόνια φιλοδυτικός ειδικός σε θέματα ασφάλειας. Είχε μάλιστα υπάρξει ο πρώτος Ρώσος που φοίτησε στο NATO Defence College στη Ρώμη τη δεκαετία του 1990 και είχε συνεργαστεί με το International Institute for Strategic Studies στο Λονδίνο. Ωστόσο, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι θέσεις του έχουν γίνει αισθητά πιο σκληρές.
Στην ανάλυσή του, ο Τρένιν εξετάζει την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, την οποία αρχικά παρουσιάζει ως προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του αμερικανικού ρόλου στον κόσμο. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, το κίνημα MAGA επιδίωκε να περιορίσει την ιδεολογία της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και να μετατοπίσει την αμερικανική στρατηγική προς μια πιο ρεαλιστική και εθνικά προσανατολισμένη πολιτική, δίνοντας έμφαση στην οικονομία και στα εσωτερικά ζητήματα.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Ρώσος αναλυτής, η δεύτερη θητεία του Τραμπ σηματοδότησε γρήγορα μια διαφορετική πορεία. Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε εμπορική αντιπαράθεση με μεγάλο μέρος του κόσμου, αποστασιοποιήθηκε ιδεολογικά από την Ευρώπη και προχώρησε σε επιθετικές στρατιωτικές κινήσεις, όπως η επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα και η επίθεση στο Ιράν μαζί με το Ισραήλ.
Παράλληλα, ο Τραμπ επανέφερε άμεση επικοινωνία με το Κρεμλίνο και συναντήθηκε με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στο Άνκορεϊτζ της Αλάσκας, σε μια συνάντηση που στη Ρωσία περιγράφηκε ως το «πνεύμα του Άνκορεϊτζ». Η συνάντηση αυτή δημιούργησε προσδοκίες για μια φόρμουλα επίλυσης της ουκρανικής κρίσης και μια πιθανή επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον–Μόσχας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τρένιν, αυτή η περίοδος αποτέλεσε απλώς μια σύντομη κορύφωση στις σχέσεις των δύο χωρών. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν αποδέχθηκαν την προσέγγιση του Τραμπ για συμβιβασμό με τη Ρωσία, ενώ στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ισχυροί θεσμοί —όπως το Κογκρέσο, το Πεντάγωνο και οι υπηρεσίες πληροφοριών— αντιτάχθηκαν σε μια συμφωνία που δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως νίκη έναντι της Μόσχας.
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας όχι μόνο διατηρήθηκαν αλλά ενισχύθηκαν, με νέους περιορισμούς στον ενεργειακό τομέα και πρόσθετους δασμούς για χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο. Οι τριμερείς συνομιλίες Ρωσίας–ΗΠΑ–Ουκρανίας περιορίστηκαν τελικά σε τεχνικά ζητήματα, χωρίς ουσιαστική πρόοδο.
Ο Τρένιν εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον έχει επιστρέψει σε μια επιθετική στρατηγική παγκόσμιας κυριαρχίας. Κατά την άποψή του, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας, στο οποίο θα διατηρούν τον κυρίαρχο ρόλο τους.
Παρά τις συζητήσεις περί πολυπολικού κόσμου, ο ίδιος τονίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη δύναμη παγκοσμίως για το προβλέψιμο μέλλον. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι η Μόσχα πρέπει να βασιστεί κυρίως στις δικές της στρατιωτικές δυνατότητες για την ασφάλειά της.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρώσος αναλυτής σημειώνει ότι η περίοδος των συμφωνιών ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας έχει ουσιαστικά λήξει, ενώ η διεθνής πυρηνική ισορροπία εισέρχεται σε μια νέα, πιο ασταθή φάση. Για τον λόγο αυτό, προτείνει τη διαμόρφωση νέων μοντέλων αποτροπής σε συνεργασία με ασιατικούς εταίρους όπως η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα.
Τέλος, ο Τρένιν υποστηρίζει ότι η Ρωσία πρέπει να ενισχύσει τις σχέσεις της με κράτη που βρίσκονται υπό πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως το Ιράν, η Κούβα και η Βόρεια Κορέα. Κατά την εκτίμησή του, η ενίσχυση αυτών των χωρών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα απέναντι στην αμερικανική στρατηγική.
Καταλήγοντας, προειδοποιεί ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να περιορίσει από μόνη της την επιθετική της πολιτική, γεγονός που, κατά τη γνώμη του, καθιστά αναγκαία μια πιο σκληρή και ρεαλιστική στρατηγική από τη ρωσική πλευρά.