Το Ιράν ανακοίνωσε ότι εξετάζει νέα πρόταση των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο έμμεσων επαφών που πραγματοποιούνται με τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν. Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ, η Τεχεράνη έχει λάβει τις θέσεις της Ουάσινγκτον και τις αξιολογεί, εκφράζοντας ταυτόχρονα έντονη δυσπιστία απέναντι στις αμερικανικές προθέσεις.
Οι συνομιλίες συνεχίζονται στη βάση πρότασης 14 σημείων που έχει καταθέσει το Ιράν, με τον Πακιστανό υπουργό Εσωτερικών να διαδραματίζει ρόλο διαμεσολαβητή.
Μεταξύ των βασικών αιτημάτων της Τεχεράνης περιλαμβάνονται η αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό και η άρση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στα λιμάνια της χώρας. Παράλληλα, η ιρανική πλευρά προτείνει τη δημιουργία μηχανισμού ασφαλείας για τα Στενά του Ορμούζ σε συνεργασία με το Ομάν, επιδιώκοντας την ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Η κρίση έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, καθώς η Τεχεράνη έχει περιορίσει δραστικά τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ μετά την έναρξη των εχθροπραξιών με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, στα τέλη Φεβρουαρίου. Σε απάντηση, η Ουάσινγκτον προχώρησε σε αντίμετρα, επιβάλλοντας περιορισμούς στη λειτουργία ιρανικών λιμανιών.
Την ίδια στιγμή, η στάση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις, δημιουργώντας κλίμα αβεβαιότητας για την κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Τραμπ έχει στείλει αντικρουόμενα μηνύματα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τόσο μιας άμεσης συμφωνίας όσο και μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Αρχικά εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι το Ιράν επιδιώκει συμφωνία και προανήγγειλε γρήγορες εξελίξεις, χωρίς ωστόσο να αποκλείει στρατιωτική δράση. Λίγες ώρες αργότερα αποκάλυψε ότι είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο νέου πλήγματος, το οποίο τελικά ανεστάλη για να δοθεί χρόνος στη διπλωματία, διατηρώντας όμως την απειλή στο τραπέζι.
Στη συνέχεια, υιοθέτησε πιο ήπιους τόνους, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει βιασύνη για συμφωνία και εκφράζοντας την επιθυμία να αποφευχθούν περαιτέρω απώλειες. Ωστόσο, επανήλθε γρήγορα σε σκληρότερη ρητορική, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός «τελειωτικού χτυπήματος» και υποστηρίζοντας ότι οι ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά.
Η εναλλαγή αυτών των μηνυμάτων ενισχύει την αβεβαιότητα γύρω από τις εξελίξεις, με τη διεθνή κοινότητα να προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αν πρόκειται για ασυνέπεια ή για μια συνειδητή στρατηγική πίεσης από την πλευρά της Ουάσινγκτον.