Η παγκόσμια κοινή γνώμη παρακολουθεί τη μετατροπή των Στενών του Ορμούζ από ένα στρατηγικό πέρασμα σε μια συστημική κρίση που απειλεί το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου. Αναλυτές παραλληλίζουν τη σημερινή κατάσταση με την Κρίση του Σουέζ το 1956, επισημαίνοντας ότι τέτοια γεγονότα δεν δημιουργούν απλώς νέα δεδομένα, αλλά αποκαλύπτουν τις ήδη υπάρχουσες μετατοπίσεις στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος.
Όπως τότε η αποτυχία της Βρετανίας σηματοδότησε το τέλος της αυτοκρατορικής της ισχύος, έτσι και σήμερα η μονομερής δράση των ΗΠΑ στο Ιράν εκθέτει τα όρια της δικής τους επιρροής, με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να εμφανίζονται απρόθυμοι να στηρίξουν στρατιωτικά την Ουάσιγκτον.
Η διαχείριση των Στενών εξελίσσεται σε ένα παιχνίδι για τρεις παίκτες με διαφορετικά μοντέλα ελέγχου. Το πρώτο μοντέλο αφορά τη συνέχιση της αμερικανικής κυριαρχίας μέσω ισχύος, αν και η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως «εγγυητή της ασφάλειας» έχει κλονιστεί.
Το δεύτερο μοντέλο θέλει το Ιράν να επιβάλλει την κυριαρχία του μετατρέποντας τα Στενά σε έναν «ένοπλο σταθμό διοδίων», εκβιάζοντας το παγκόσμιο εμπόριο παρά τις στρατιωτικές απώλειες που υφίσταται.
Το τρίτο και πιο ανατρεπτικό μοντέλο προκρίνει ένα πολυμερές σύστημα ασφάλειας υπό την καθοδήγηση της Κίνας, η οποία έχει τεράστιο οικονομικό κίνητρο να σταθεροποιήσει την περιοχή, αντικαθιστώντας τον παραδοσιακό ρόλο της Ουάσιγκτον.
Παρά τη φθορά της αμερικανικής πολιτικής νομιμοποίησης, οι ειδικοί εκτιμούν ότι δεν βρισκόμαστε ακόμη σε μια «μετα-αμερικανική» εποχή, αλλά σε μια περίοδο αμφισβητούμενης κυριαρχίας. Η Κίνα, αν και κερδίζει διπλωματικό έδαφος, στερείται των στρατιωτικών υποδομών και των συμμαχιών που διαθέτουν οι ΗΠΑ στην περιοχή.
Το πιθανότερο σενάριο για το άμεσο μέλλον είναι μια κατάσταση παρατεταμένης αστάθειας, όπου η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, οι παρενοχλήσεις από το Ιράν και η διπλωματική πίεση από την Κίνα και την Ευρώπη θα συνθέτουν ένα εκρηκτικό τρίγωνο. Η τελική έκβαση του πολέμου θα καθορίσει ποιος θα θέσει τους κανόνες της διεθνούς ασφάλειας για τις επόμενες δεκαετίες.