Το πολυεπίπεδο και τεχνολογικά προηγμένο σύστημα αεράμυνας του Ισραήλ έχει καλλιεργήσει την εικόνα μιας σχεδόν αδιαπέραστης ασπίδας. Ωστόσο, το ενδεχόμενο νέας πολεμικής αναμέτρησης με το Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: τα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων αναχαίτισης έχουν μειωθεί αισθητά μετά τις επιχειρήσεις του 2025.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει και το αμερικανικό οπλοστάσιο, το οποίο προσέφερε καθοριστική ενίσχυση στην ισραηλινή άμυνα κατά τη διάρκεια της 12ήμερης σύγκρουσης του περασμένου Ιουνίου.
Καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται, Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα στρατηγικό δίλημμα: μπορούν να εξουδετερώσουν έγκαιρα τις πυραυλικές δυνατότητες της Τεχεράνης πριν εξαντληθούν τα διαθέσιμα αναχαιτιστικά μέσα;
Προειδοποιήσεις για υπεραισιοδοξία
Ο πρώην διοικητής της ισραηλινής αεράμυνας, Ραν Κοτσάβ, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στις καθησυχαστικές τοποθετήσεις στρατιωτικών και πολιτικών αξιωματούχων. Όπως επισημαίνει, οι διαβεβαιώσεις ότι «όλα θα πάνε καλά» ενδέχεται να δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας, η οποία θα μπορούσε να κοστίσει σε ανθρώπινες ζωές και να προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες σε ολόκληρη τη χώρα.
Το πλέγμα αεράμυνας Ισραήλ – ΗΠΑ
Ο βασικός κορμός της ισραηλινής αεράμυνας περιλαμβάνει πολλαπλά επίπεδα προστασίας, το καθένα με διαφορετική αποστολή:
Το σύστημα Σιδηρούς Θόλος έχει σχεδιαστεί για την αναχαίτιση ρουκετών μικρού βεληνεκούς, κυρίως από οργανώσεις όπως η Χαμάς.
Η Σφενδόνη του Δαυίδ καλύπτει πυραύλους μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς που κινούνται σε χαμηλότερα ύψη.
Το Άροου 3 επιχειρεί εκτός ατμόσφαιρας, στοχεύοντας βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.
Στο πλευρό του Ισραήλ βρέθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αναπτύσσοντας συστοιχίες THAAD (Τερματική Άμυνα Περιοχής Υψηλού Υψομέτρου) καθώς και αντιτορπιλικά εξοπλισμένα με πυραύλους SM-3, ενισχύοντας σημαντικά την αναχαίτιση απειλών μεγάλου βεληνεκούς.
Αποτελεσματικότητα με κόστος
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Ιουνίου 2025, η συνεργασία Ισραήλ και ΗΠΑ απέδωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Από τους 574 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν, μόλις 49 έπληξαν στόχους στρατηγικής σημασίας. Σε ένα επιμέρους σύνολο 322 πυραύλων, αναχαιτίστηκαν οι 273, ποσοστό επιτυχίας που άγγιξε το 85%.
Πίσω από την επιτυχία, ωστόσο, κρύβεται μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα: σημαντικό μέρος των αμερικανικών αποθεμάτων καταναλώθηκε σε λίγες μόλις ημέρες. Σύμφωνα με αναλύσεις, οι πύραυλοι THAAD που χρησιμοποιήθηκαν αντιστοιχούσαν σε 20% έως 50% του συνολικού αποθέματος των ΗΠΑ, ενώ οι 80 SM-3 που εκτοξεύθηκαν αποτελούσαν σχεδόν το ένα πέμπτο των διαθέσιμων ποσοτήτων στο τέλος του 2025.
Ο αναλυτής Άρι Σικουρέλ υπογράμμισε ότι, παρά την επιχειρησιακή επιτυχία, η κρίση ανέδειξε την ευαλωτότητα των αποθεμάτων. Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τετραπλασιασμό της ετήσιας παραγωγής THAAD, ωστόσο οι ρυθμοί κατασκευής των Άροου 3 και SM-3 παραμένουν περιορισμένοι.
Από ισραηλινής πλευράς, τα αποθέματα εμφανίζονται μεγαλύτερα και η παραγωγή ταχύτερη. Παρ’ όλα αυτά, ο ερευνητής Ταλ Ίνμπαρ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ανησυχίας, τονίζοντας με νόημα ότι δεν θα αποθάρρυνε όσους επιλέγουν να προβληματίζονται.
Η προσαρμογή της ιρανικής τακτικής
Η Τεχεράνη φέρεται να αναπροσάρμοσε τη στρατηγική της κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, εκτοξεύοντας πυραύλους από πιο απομακρυσμένες θέσεις και μεταβάλλοντας συχνότητα και χρονισμό επιθέσεων. Με μικρότερες αλλά συχνότερες ομοβροντίες, ημέρα και νύχτα, επιδίωξε να δοκιμάσει την αντοχή της αεράμυνας και της κοινωνίας.
Παράλληλα, ορισμένα αστικά κέντρα – όπως η Μπερσέβα – βρέθηκαν επανειλημμένα στο στόχαστρο, αναγκάζοντας το Ισραήλ να καταναλώσει ακόμη περισσότερους αναχαιτιστές για την προστασία του άμαχου πληθυσμού.
Ανησυχία στην κοινωνία
Ενώ η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιχειρεί να καθησυχάσει τους πολίτες, διαβεβαιώνοντας ότι η χώρα διαθέτει τόσο επαρκή αμυντικά μέσα όσο και εκτεταμένο δίκτυο καταφυγίων, η ανησυχία παραμένει.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ακόμη κι αν οι περισσότερες επιθέσεις αναχαιτίζονται, ένας μεγάλος αριθμός πυραύλων σε καθημερινή βάση θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Ο φόβος και η αβεβαιότητα ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναστολή δραστηριοτήτων και παράλυση της αγοράς — ένα σενάριο που, όπως παραδέχονται αναλυτές, κανείς δεν επιθυμεί να δει να υλοποιείται.