Για δύο δεκαετίες η Βενεζουέλα καλλιέργησε αντι-αμερικανικές συμμαχίες σε όλο τον κόσμο, από τη Ρωσία και την Κίνα έως την Κούβα και το Ιράν, στοχεύοντας στο να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας τάξης που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στις ΗΠΑ. Ωστόσο, φαίνεται ότι στην πράξη και σε ώρες που πραγματικά διακυβεύονται πολλά, οι κινήσεις αυτές δεν έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο, σχολιάζει η Wall Street Journal με φόντο την κλιμάκωση της σύγκρουσης ΗΠΑ – Βενεζουέλας.
Η Μόσχα, το Πεκίνο, η Αβάνα, η Τεχεράνη και άλλες δυνάμεις που στέκονται απέναντι στις ΗΠΑ δεν έχουν προσφέρει πολλά περισσότερα από λόγια για να στηρίξουν το Καράκας απέναντι στη μεγάλη στρατιωτική κινητοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ, προσθέτει η αμερικανική εφημερίδα και συμπληρώνει: Οπως ακριβώς συνέβη και όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν, η Βενεζουέλα βλέπει τους συμμάχους της να παραμένουν στο περιθώριο της σύγκρουσης.
Aναλυτές που παρακολουθούν τη Βενεζουέλα λένε το προφανές: ότι κάποιοι εταίροι της είναι πρακτικά ανίσχυροι απέναντι στις ΗΠΑ. Σύμμαχοι όπως η Κούβα, το Ιράν και η Νικαράγουα δεν διαθέτουν οικονομικά και εξοπλιστικά τη δυνατότητα να παρέμβουν στις εξελίξεις.
Οι δύο πιο ισχυροί σύμμαχοι του Μαδούρο, η Κίνα και η Ρωσία, έχουν κατά το παρελθόν προσφέρει στρατιωτικό εξοπλισμό, εκπαίδευση καθώς και οικονομική βοήθεια. Στην παρούσα συγκυρία, ενώ ο ηγέτης της Βενεζουέλας προετοιμάζει αμυντική δράση απέναντι στις αμερικανικές πράξεις και απειλές, οι Ρώσοι έχουν παράσχει κάποια βοήθεια στη συντήρηση αεροσκαφών και συστημάτων πυραύλων εδάφους-αέρος, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται η WSJ. Το περασμένο Σαββατοκύριακο, παράλληλα, σύμφωνα με την Ε.Ε., δύο τάνκερ μετέφεραν στη Βενεζουέλα αργό πετρέλαιο και νάφθα. Το Καράκας χρειάζεται απεγνωσμένα αυτά τα προϊόντα για να παράγει καύσιμα και να αντλεί το δικό της πετρέλαιο για εξαγωγή στην Κίνα. Ωστόσο, όλα απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν αρκετά, αναφέρουν οι αναλυτές στην αμερικανική εφημερίδα.
Αλλες προτεραιότητες
«Πρόκειται για κινήσεις μικρής κλίμακας που δεν θα είναι επαρκείς εάν οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε πραγματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις», λέει στη WSJ ο Βλαντιμίρ Ρουβίνσκι, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Icesi στην Κολομβία, ο οποίος παρακολουθεί την εμπλοκή της Μόσχας στη Λατινική Αμερική.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, Μόσχα και Πεκίνο αντιμετωπίζουν προκλήσεις με πολύ μεγαλύτερη σημασία. Για τη Ρωσία, είναι το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία. Για την Κίνα, το γεγονός ότι η κατάσταση της οικονομίας της δεν της επιτρέπει να είναι ιδιαίτερα «γενναιόδωρη», ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει και την επιθετική πολιτική του Τραμπ για τους δασμούς. Επιπλέον, οι οικονομικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από τις ΗΠΑ στο Καράκας περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Εν ολίγοις, Πεκίνο και Μόσχα προσπαθούν να διαπραγματευτούν σημαντικές διπλωματικές και εμπορικές συμφωνίες με τον Τραμπ τώρα, κάτι που δεν τους δίνει κίνητρα να σπαταλήσουν πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στη Βενεζουέλα, υποστηρίζει η WSJ. «Η Ρωσία δεν πρόκειται να βοηθήσει τον Μαδούρο με κάτι παραπάνω από αυτά που ήδη έχει προσφέρει», υποστηρίζει ο Ρουβίνσκι.
Αλλωστε, συνεχίζει το δημοσίευμα, χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα του Ιραν. Ρωσία και η Κίνα παρείχαν μόνο «διπλωματική υποστήριξη» κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου του με το Ισραήλ φέτος, ενώ αμφότερες έμειναν στο περιθώριο στρατιωτικά, ακόμη και μετά τον βομβαρδισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Τεχεράνης από τις ΗΠΑ.
Οι συμμαχίες και η «φθορά»
Επί εποχής Τσάβες, η Βενεζουέλα χρησιμοποίησε τους τεράστιους πετρελαϊκούς και ορυκτούς πόρους της για να οικοδομήσει εμπορικές και πολιτικές σχέσεις με τους αντιπάλους των ΗΠΑ. Οι κινεζικές τράπεζες δάνεισαν στη Βενεζουέλα δισεκατομμύρια δολάρια -τα οποία θα αποπληρώνονταν σε πετρέλαιο- για τη χρηματοδότηση κατοικιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων υποδομών.
Η Κούβα έλαβε πετρέλαιο σε μειωμένη τιμή με αντάλλαγμα γιατρούς και στρατιωτικούς συμβούλους που βοήθησαν να εξομαλυνθούν οι συγκρούσεις στον στρατό της Βενεζουέλας, λένε πρώην στρατιωτικοί αξιωματούχοι. Το Ιράν ίδρυσε μικρά εργοστάσια κατασκευής αυτοκινήτων.
Αφού ο Μαδούρο ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2013, η πτώση της παραγωγής πετρελαίου και οι πολιτικές αναταραχές οδήγησαν την οικονομία σε ύφεση, εγείροντας ερωτήματα στους συμμάχους, για το αν εάν τα δάνεια που χορηγούσαν, σπαταλούνταν στο Καράκας.
Παρόλα αυτά, οι συμμαχίες παρέμειναν σημαντικές για το καθεστώς του Μαδούρο. Αφού οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στη βιομηχανία πετρελαίου της Βενεζουέλας το 2019, το Ιράν έστειλε μικρά φορτία καυσίμων σε μια προσπάθεια να μετριάσει τις χρόνιες ελλείψεις. Η Ρωσία φέρεται, επίσης, να ανέλαβε τις δραστηριότητες εμπορίας πετρελαίου για να μεταφέρει αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας στη μαύρη αγορά, αναφέρει το δημοσίευμα. Και στη συνέχεια, οι ίδιες χώρες αναγνώρισαν την κυβέρνηση Μαδούρο, ακόμη και όταν οι ΗΠΑ τον χαρακτήρισαν παράνομο, μετά τις προεδρικές εκλογές του Ιουλίου 2024, τις οποίες η αντιπολίτευση ισχυρίστηκε ότι κέρδισε μέσω νοθείας.
Ωστόσο, σημειώνει η WSJ, από το 2013 και μετά ο «οικονομικός μήνας του μέλιτος» μεταξύ Καράκας και Πεκίνου άρχισε να ατονεί. Τα κινεζικά δάνεια άρχισαν να μειώνονται σημαντικά, ενώ η Κίνα εγκατέλειψε πολλά σχέδια για υποδομές και κατέληξε να εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας για να ικανοποιηθούν τα δανειακά της αιτήματα
Πάντως, το δημοσίευμα καταλήγει με μια δήλωση του Εβανάν Ρομέρο, πρώην υφυπουργού Ενέργειας της Βενεζουέλας, που τώρα είναι σύμβουλος της αντιπολίτευσης στον πετρελαϊκό τομέα. Ο Ρομέρο υποστηρίζει ότι η Κίνα θα έβγαινε χαμένη σε περίπτωση πτώσης του Μαδούρο, καθώς μια νέα κυβέρνηση θα έδινε προτεραιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. «Το πετρέλαιο δεν θα πήγαινε στην Κίνα, αν υπήρχαν δίαυλοι με την Ουάσιγκτον. Δεν έχει κανένα νόημα να στέλνουμε πετρέλαιο στους Κινέζους. Η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω ιδεολογίας, όχι με βάση το οικονομικό συμφέρον».