Μια τεράστια επιχείρηση με την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. έφερε στο φως ένα πολυσύνθετο κύκλωμα που είχε στήσει βιομηχανία απάτης τύπου «καρουζέλ». Οι αρχές πραγματοποίησαν αιφνιδιαστικές εφόδους σε σπίτια και εταιρείες σε Αττική και Καστοριά, ξεδιαλύνοντας ένα δίκτυο που δρούσε επί χρόνια στην εμπορία ηλεκτρονικών συσκευών.
Η συνολική ζημία που προκλήθηκε στους προϋπολογισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελλάδας αγγίζει το αστρονομικό ποσό των 46,9 εκατομμυρίων ευρώ από μη καταβληθέντα ΦΠΑ, ενώ εξετάζονται ενδείξεις για επιπλέον 24,2 εκατομμύρια ευρώ που είτε δεν αποδόθηκαν είτε δηλώθηκαν ψευδώς.
Ψηφιακό «ξέπλυμα» και πρωτοφανείς δεσμεύσεις κρυπτονομισμάτων
Η συγκεκριμένη υπόθεση ξεχωρίζει καθώς αποτελεί την πρώτη φορά που οι ελληνικές διωκτικές αρχές καταφέρνουν να εντοπίσουν και να «παγώσουν» τόσο μεγάλα ποσά σε ψηφιακά πορτοφόλια:
Κρυπτονομίσματα: Δεσμεύτηκαν ψηφιακά νομίσματα αξίας περίπου 900.000 ευρώ.
Ψηφιακά επενδυτικά προϊόντα: Ανιχνεύθηκαν και μπλοκαρίστηκαν εξελιγμένα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, στα οποία το κύκλωμα είχε επενδύσει περίπου 4,5 εκατομμύρια ευρώ για να εξαφανίσει τα ίχνη των κερδών του.
Το δίκτυο των εταιρειών-«φαντασμάτων» σε τέσσερις χώρες
Η αποκωδικοποίηση της δράσης του κυκλώματος απαιτούσε συστηματική έρευνα που κράτησε σχεδόν έναν χρόνο. Η εγκληματική οργάνωση είχε απλώσει τα πλοκάμια της σε Ελλάδα, Κύπρο, Βουλγαρία και Τσεχία, χρησιμοποιώντας μια μακρά αλυσίδα από εικονικές εταιρείες (εταιρείες-«φαντάσματα»).
Αυτές οι οντότητες ιδρύονταν με αποκλειστικό σκοπό να πραγματοποιούν διασυνοριακές συναλλαγές εισάγοντας και διανέμοντας ηλεκτρονικά είδη. Εκμεταλλευόμενες την απαλλαγή ΦΠΑ που ισχύει για το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε., οι εταιρείες εισέπρατταν τον ΦΠΑ από τις εγχώριες πωλήσεις και στη συνέχεια «εξαφανίζονταν» χωρίς να τον αποδώσουν ποτέ στο κράτος ή ζητούσαν παράνομες επιστροφές φόρου.