Παρά τη ρητορική του Λευκού Οίκου περί ετοιμότητας του Ντόναλντ Τραμπ να προσφύγει ακόμη και στη στρατιωτική ισχύ απέναντι στο Ιράν, στην πράξη τα περιθώρια κινήσεων των ΗΠΑ είναι περιορισμένα και δύσκολα θα μπορούσαν να στηρίξουν ουσιαστικά το κύμα διαμαρτυριών στη χώρα, αναφέρει ο Gurdian. Η εμπειρία, άλλωστε, δείχνει ότι οι αμερικανικές παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή σπάνια παρήγαγαν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.
Επηρεασμένος από την επιχείρηση κατά του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι εξετάζει στρατιωτική δράση κατά της Τεχεράνης, χωρίς ωστόσο να διαθέτει την απαραίτητη στρατιωτική υποδομή στην περιοχή. Αντιθέτως, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία έχει μειωθεί τους τελευταίους μήνες, περιορίζοντας περαιτέρω τις διαθέσιμες επιλογές.
Οι ΗΠΑ δεν διατηρούν αυτή τη στιγμή αεροπλανοφόρο στη Μέση Ανατολή, έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια συνεχούς παρουσίας. Σκάφη όπως τα USS Gerald R. Ford και USS Nimitz έχουν αποσυρθεί προς άλλες περιοχές, γεγονός που καθιστά κάθε ενδεχόμενο πλήγμα εξαρτημένο από βάσεις συμμάχων ή από επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας.
Ένα τέτοιο σενάριο θα προϋπέθετε τη συναίνεση χωρών της περιοχής για τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στο έδαφός τους, αλλά και την ικανότητα προστασίας τους από ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα. Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα στοχοποιήσει αμερικανικά συμφέροντα σε περίπτωση επίθεσης.
Παρά τις απώλειες που υπέστη το Ιράν στη σύντομη σύγκρουση με το Ισραήλ και την αποδυνάμωση της αντιαεροπορικής του άμυνας, εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό πυραυλικό οπλοστάσιο. Χιλιάδες βαλλιστικοί πύραυλοι και υπόγειες εγκαταστάσεις εκτόξευσης συντηρούν μια αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: ποιοι θα ήταν οι στόχοι μιας αμερικανικής επίθεσης; Οι διαδηλώσεις εκτείνονται σε ολόκληρη τη χώρα και οποιαδήποτε στρατιωτική δράση θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο λαθών και απωλειών αμάχων, χωρίς εγγυημένο πολιτικό αποτέλεσμα.
Επιπλέον, μια επίθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει συσπειρωτικά για το ιρανικό καθεστώς, το οποίο διατηρεί ακόμη συνοχή, ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας και ένοπλες δυνάμεις, παρά τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ακόμη και ακραία σενάρια –όπως ένα πλήγμα κατά της ανώτατης ηγεσίας– θα οδηγούσαν σε επικίνδυνη κλιμάκωση, χωρίς να διασφαλίζουν αλλαγή καθεστώτος.
Εναλλακτικές επιλογές, όπως κυβερνοεπιθέσεις ή η παροχή δορυφορικού ίντερνετ, θεωρούνται επίσης περιορισμένης αποτελεσματικότητας και πιθανότατα θα επηρέαζαν περισσότερο τους πολίτες παρά την εξουσία.
Συνολικά, οι πραγματικές δυνατότητες της Ουάσινγκτον απέχουν αισθητά από τη διακηρυγμένη βεβαιότητα του Ντόναλντ Τραμπ ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν».