Η Συρία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή. Η δέσμευση του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να στηρίξει με κάθε τρόπο τη χώρα δημιουργεί ένα σπάνιο παράθυρο ευκαιρίας για να αποκοπεί από το αυταρχικό παρελθόν της. Ωστόσο, οι περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας απειλούν να εκτροχιάσουν αυτή την προοπτική αναγέννησης.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της μετά-Άσαντ εποχής είναι η ταχύτητα με την οποία η μεταβατική κυβέρνηση κατάφερε να αποκτήσει διεθνή νομιμοποίηση. Χώρες της περιοχής και της Δύσης, που έως πρόσφατα θεωρούσαν τη Δαμασκό «χαμένη υπόθεση», επανεξετάζουν τη στάση τους, ελπίζοντας ότι η νέα φάση μπορεί να οδηγήσει σε σταθερότητα. Ο Τραμπ έχει θέσει ως βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής την εξομάλυνση των σχέσεων και την οικονομική ενσωμάτωση.
Κεντρικό στοιχείο για την υλοποίηση αυτού του οράματος αποτελεί η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της μεταβατικής κυβέρνησης και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), οι οποίες υπερασπίστηκαν μεγάλα τμήματα της βόρειας και ανατολικής Συρίας και συγκρότησαν την Αυτόνομη Διοίκηση Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (AANES), ένα από τα πιο λειτουργικά διοικητικά σχήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Στις 10 Μαρτίου 2025, ο επικεφαλής των SDF Μαζλούμ Άμπντι και ο μεταβατικός πρόεδρος Άχμεντ αλ-Σαράα συμφώνησαν σε ένα πλαίσιο διαπραγματεύσεων, με στόχο την κατάρτιση συγκεκριμένου οδικού χάρτη ενσωμάτωσης έως το τέλος του έτους.
Οι συνομιλίες καλούνται να επιλύσουν κρίσιμα ζητήματα, με πρώτο το μέλλον των SDF. Περίπου 100.000 μαχητές, εκπαιδευμένοι επί χρόνια με αμερικανική υποστήριξη στον αγώνα κατά του Ισλαμικού Κράτους, πρέπει να ενταχθούν σε έναν εθνικό στρατό που παραμένει ανομοιογενής. Παράλληλα, έντονες αντιπαραθέσεις προκαλεί το ζήτημα του πολιτειακού μοντέλου: η AANES επιμένει ότι μόνο μια αποκεντρωμένη δομή διακυβέρνησης μπορεί να αντανακλά την εθνοθρησκευτική πολυμορφία της χώρας, ενώ η Δαμασκός μεταθέτει τη συζήτηση για αργότερα.
Για τον μεταβατικό πρόεδρο, η ενσωμάτωση της βορειοανατολικής Συρίας μέσω διαπραγμάτευσης είναι ζήτημα επιβίωσης. Οι θεσμοί του παραμένουν εύθραυστοι και οι δυνάμεις που τον στηρίζουν συνιστούν συνονθύλευμα πολιτοφυλακών με αμφιλεγόμενο παρελθόν έναντι μειονοτήτων. Η Δαμασκός δεν διαθέτει ούτε τους ανθρώπινους ούτε τους οικονομικούς πόρους για να επιβάλει τον έλεγχο δια της βίας. Μια αναζωπύρωση του εμφυλίου θα είχε τεράστιο κόστος: φυγή επενδυτών, απώλεια διεθνούς αξιοπιστίας και βαθύτερη κατακερματισμένη κυριαρχία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, καλώντας τις δύο πλευρές σε ουσιαστικό διάλογο. Παρότι αποφεύγει να υπαγορεύσει λύσεις, οι αντικρουόμενες αμερικανικές τοποθετήσεις για την αποκέντρωση δημιουργούν σύγχυση. Σύμφωνα με αναλυτές, κάθε μοντέλο – από την ομοσπονδιοποίηση έως άλλες μορφές διακυβέρνησης – θα έπρεπε να συζητηθεί, εφόσον προκύψει μέσα από ειρηνικό πολιτικό διάλογο.
Παρά ταύτα, οι συνομιλίες έχουν επιβραδυνθεί σημαντικά. Η τελευταία υψηλού επιπέδου συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου στη Δαμασκό, με τη συμμετοχή Άμπντι, αλ-Σαράα, Μπάρακ και του διοικητή της CENTCOM, Μπραντ Κούπερ. Οι πιθανότητες να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα έως το τέλος του έτους θεωρούνται πλέον περιορισμένες.
Το βασικό εμπόδιο, δεν είναι το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων αλλά οι εξωτερικές παρεμβάσεις. Οι SDF καταγγέλλουν ότι η Τουρκία ασκεί ουσιαστικό βέτο σε κάθε συμφωνία που θα ενσωμάτωνε τη βορειοανατολική Συρία στο νέο πολιτικό πλαίσιο. Η τουρκική επιρροή στη Δαμασκό φαίνεται να διαμορφώνει αποφάσεις σε καίρια υπουργεία, δυσχεραίνοντας κάθε προσπάθεια για μια πιο συμπεριληπτική πολιτική λύση.
Η Άγκυρα, που από το 2011 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύγκρουση, φέρεται σήμερα να εμποδίζει μια συμφωνία με κοινότητες που υπέστησαν διώξεις, όπως οι Κούρδοι, οι Γιαζίντι, οι Χριστιανοί και Άραβες της Αυτόνομης Διοίκησης. Παρά τις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και τις κινήσεις στο κουρδικό ζήτημα, η τουρκική ηγεσία δείχνει απρόθυμη να αποδεχθεί ένα νέο συριακό καθεστώς που θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο για τους Κούρδους εντός των τουρκικών συνόρων.
Την ίδια ώρα, οι γραμμές αντιπαράθεσης μεταξύ SDF και δυνάμεων της μεταβατικής κυβέρνησης παραμένουν τεταμένες, με επαναλαμβανόμενα επεισόδια τους τελευταίους μήνες. Όσο καθυστερεί η συμφωνία, αυξάνεται ο κίνδυνος νέας γενικευμένης σύγκρουσης, με τις πρόσφατες τουρκικές στρατιωτικές κινήσεις στα σύνορα να εντείνουν τις ανησυχίες.
Η τουρκική στάση έρχεται σε αντίθεση με το όραμα Τραμπ για μια πιο σταθερή Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ καλούνται να καταστήσουν σαφές ότι η επιστροφή στη βία δεν αποτελεί επιλογή. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Συρία έχει μια πραγματική ευκαιρία ανοικοδόμησης — και, όπως καταλήγει το κείμενο, αυτή η ελπίδα δεν θα πρέπει να τεθεί σε ομηρία από εξωτερικές παρεμβάσεις.