Από το πραξικόπημα στην αυταρχική παγίωση: Η Τουρκία του Ερντογάν και το άλυτο κουρδικό ζήτημα

 
ερντογαν

Ενημερώθηκε: 24/01/26 - 16:00

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου 2016, το πολιτικό τοπίο της Τουρκίας έχει μεταβληθεί ριζικά. Εκείνη η νύχτα αβεβαιότητας για το τουρκικό κράτος εξελίχθηκε σε μια μακρά περίοδο εδραίωσης της εξουσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μέσα από μια αυταρχική αναδιάρθρωση που αναμόρφωσε τους θεσμούς, περιόρισε τις πολιτικές ελευθερίες και έθεσε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες – με κυριότερη την κουρδική μειονότητα – στο στόχαστρο συστηματικής καταστολής.

Πουθενά αυτή η στροφή δεν υπήρξε πιο οδυνηρή από ό,τι στη μεταχείριση των Κούρδων. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ο Ερντογάν είχε αιφνιδιάσει εγκαινιάζοντας ειρηνευτική διαδικασία με το PKK, δημιουργώντας για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες ελπίδες πολιτικής λύσης. Η κουρδική γλώσσα και ταυτότητα άρχισαν τότε να αποκτούν δημόσια νομιμοποίηση. Όμως, το 2015 η διαδικασία κατέρρευσε, με ευθύνη της κυβέρνησης, οδηγώντας σε νέα κλιμάκωση.

Έκτοτε, η καταστολή εντάθηκε σε επίπεδα πρωτοφανή για τη μεταπολιτευτική Τουρκία. Το φιλοκουρδικό κόμμα HDP, που το 2015 είχε αναδειχθεί σε ισχυρή κοινοβουλευτική δύναμη, τέθηκε υπό διαρκή διωγμό: χιλιάδες στελέχη του συνελήφθησαν και δεκάδες δήμοι που διοικούσε τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο, ακυρώνοντας στην πράξη τη δημοκρατική εκπροσώπηση των Κούρδων. Η ίδια η κουρδική ταυτότητα αντιμετωπίστηκε ως ύποπτη, ενώ κάθε πολιτική δραστηριότητα ταυτίστηκε με την τρομοκρατία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η πολιορκία της Τζίζρε το διάστημα 2015-2016, όταν άμαχοι εγκλωβίστηκαν χωρίς βασικά αγαθά και ιατρική φροντίδα, σε ένα επεισόδιο που διεθνώς καταγγέλθηκε ως συλλογική τιμωρία. Στο Ντιγιάρμπακιρ, εκλεγμένοι κουρδικοί δήμαρχοι καθαιρέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από διορισμένους αξιωματούχους, υπονομεύοντας θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα.

Παρά το βαρύ αυτό παρελθόν, το 2025 άνοιξε δειλά ένα νέο παράθυρο διαλόγου, μετά το κάλεσμα του φυλακισμένου ηγέτη του PKK, Αμπντουλάχ Οτσαλάν, για αφοπλισμό και διάλυση της οργάνωσης. Το PKK προχώρησε σε σειρά κινήσεων καλής θέλησης, από την ανακοίνωση κατάπαυσης πυρός έως την αποχώρηση των δυνάμεών του από την Τουρκία, δηλώνοντας ότι έχει υλοποιήσει πλήρως τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Οτσαλάν.

Οι βασικές κουρδικές διεκδικήσεις επικεντρώνονται στην άνευ όρων απελευθέρωση του Οτσαλάν και στη συνταγματική αναγνώριση της κουρδικής ταυτότητας και των πολιτικών δικαιωμάτων, χωρίς αξιώσεις ανεξαρτησίας. Ωστόσο, η τουρκική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διαδικασία περισσότερο ως πράξη παράδοσης παρά ως διαπραγμάτευση, αρνούμενη άμεσο διάλογο και αποφεύγοντας να παρουσιάσει συγκεκριμένο οδικό χάρτη μεταρρυθμίσεων.

Ο Ερντογάν και ο εθνικιστής σύμμαχός του, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, φαίνεται να προσεγγίζουν το ζήτημα με γνώμονα εσωτερικούς πολιτικούς υπολογισμούς και όχι ως ευκαιρία οριστικής λήξης μιας σύγκρουσης που διαρκεί πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει κοστίσει περισσότερες από 40.000 ζωές.

Παρά τη σαφή εγκατάλειψη της ένοπλης δράσης από την κουρδική πλευρά, η Άγκυρα δεν έχει ανταποκριθεί με τις θεσμικές εγγυήσεις που απαιτούνται για μια βιώσιμη πολιτική λύση. Οι Κούρδοι, που αποτελούν περίπου το 15% του πληθυσμού της Τουρκίας, εξακολουθούν να στερούνται την πλήρη αναγνώριση των ανθρώπινων και πολιτιστικών τους δικαιωμάτων.

Η άρνηση της κυβέρνησης να αποδεχθεί την κουρδική ταυτότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας κινδυνεύει να οδηγήσει σε απώλεια μιας ακόμη ιστορικής ευκαιρίας για ειρήνη, αφήνοντας ανοιχτό το βαθύτερο και πιο αιματηρό εσωτερικό ζήτημα της σύγχρονης Τουρκίας.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ