Μπορεί η Ευρώπη να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ; Επιταχύνει τον επανεξοπλισμό, αλλά τα κρίσιμα κενά παραμένουν

 
ευρωπαικη αμυνα

Ενημερώθηκε: 25/01/26 - 13:33

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη απόκτηση της Γροιλανδίας αναζωπύρωσαν τους προβληματισμούς στους κόλπους του ΝΑΤΟ για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις σε περίπτωση ρήξης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνει ανάλυση της Wall Street Journal. Το συμπέρασμα αναλυτών και αξιωματούχων είναι ότι η Ευρώπη μπορεί να φτάσει σε αυτό το σημείο, αλλά όχι άμεσα.

Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, που για χρόνια κινούνταν με αργούς ρυθμούς, έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή drones, τεθωρακισμένων, πυρομαχικών και άλλων οπλικών συστημάτων, καθώς οι κυβερνήσεις επανεξοπλίζονται υπό τη σκιά της ρωσικής απειλής και της αυξανόμενης απόστασης από την Ουάσιγκτον. Παρ’ όλα αυτά, η πλήρης αντικατάσταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και των συστημάτων που χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ευρώπη θα κόστιζε περίπου 1 τρισ. δολάρια, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις σε τομείς όπως τα μαχητικά stealth, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και οι δορυφορικές πληροφορίες.

Παρά την άνοδο της παραγωγής, η κατακερματισμένη ευρωπαϊκή βιομηχανία παραμένει μικρότερης κλίμακας σε σύγκριση με την αμερικανική, που στηρίζεται στον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό παγκοσμίως. Ωστόσο, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες και η ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης φέρνουν την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία πιο κοντά, σε ορισμένους τομείς μάλιστα με ταχύτερους ρυθμούς από το αναμενόμενο.

Η αίσθηση του κατεπείγοντος εντείνεται, όχι μόνο λόγω της συζήτησης για τη Γροιλανδία, αλλά και εξαιτίας των αμφιβολιών για το μέλλον της διατλαντικής ασφάλειας. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι, αν οι ΗΠΑ μειώσουν την παρουσία τους στην ήπειρο, η Ευρώπη θα πρέπει να οικοδομήσει έναν ισχυρό «ευρωπαϊκό πυλώνα» εντός του ΝΑΤΟ, καλύπτοντας κρίσιμες δυνατότητες όπως οι στρατιωτικοί δορυφόροι και τα συστήματα υποστήριξης επιχειρήσεων.

Οι ανησυχίες ενισχύονται από το γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις εξαρτώνται από αμερικανικά ανταλλακτικά, αναβαθμίσεις λογισμικού και τεχνική υποστήριξη. Χώρες με στόλους αμερικανικών μαχητικών, όπως η Φινλανδία, αναγνωρίζουν ότι χωρίς τη συνεχή συνδρομή των ΗΠΑ, η μακροπρόθεσμη επιχειρησιακή τους ικανότητα θα τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Παράλληλα, στον βιομηχανικό τομέα παρατηρείται έντονη κινητικότητα. Ευρωπαϊκές εταιρείες επεκτείνουν γραμμές παραγωγής, προσλαμβάνουν προσωπικό και προσελκύουν επενδυτικά κεφάλαια που παλαιότερα απέφευγαν τον αμυντικό κλάδο. Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών –η μεγαλύτερη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου– έχει λειτουργήσει ως καταλύτης, με την Ευρώπη να δαπανά πλέον περίπου τα διπλάσια σε σχέση με πριν από μια δεκαετία.

Σε ορισμένους τομείς, η ευρωπαϊκή παραγωγή έχει ήδη ξεπεράσει την αμερικανική, όπως στα πυρομαχικά πυροβολικού και στα τεθωρακισμένα οχήματα, ενώ ευρωπαϊκά ναυπηγεία κυριαρχούν στην κατασκευή πλοίων και υποβρυχίων για εξαγωγές. Ενισχύεται επίσης ο τομέας των drones, με μικρότερες χώρες να αποκτούν ηγετικό ρόλο σε εξειδικευμένες τεχνολογίες.

Ωστόσο, τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν. Η έλλειψη συντονισμού μεταξύ κρατών, οι διαφορετικές εθνικές προδιαγραφές και ο κατακερματισμός των προμηθειών επιβραδύνουν την παραγωγή και αυξάνουν το κόστος. Επιπλέον, σε κρίσιμες τεχνολογίες –όπως τα μαχητικά stealth, οι βαλλιστικοί πύραυλοι και τα δίκτυα δορυφορικών πληροφοριών– η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ.

Ειδικοί εκτιμούν ότι η Ευρώπη μπορεί να οικοδομήσει μεγαλύτερη αμυντική αυτάρκεια, αλλά χρειάζεται χρόνο, επενδύσεις και βαθύτερη συνεργασία. Μέχρι τότε, η διατλαντική σχέση παραμένει αναντικατάστατη, ακόμη κι αν η ήπειρος επιταχύνει, περισσότερο από ποτέ, τη στροφή προς τη στρατηγική της αυτονομία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ