Η ιδέα ενός πανευρωπαϊκού στρατού πλανιέται εδώ και δεκαετίες πάνω από την ήπειρο σαν μια μισοξεχασμένη φιλοδοξία: εμφανίζεται σε περιόδους κρίσεων και συνόδων κορυφής και ύστερα αποσύρεται διακριτικά. Υπήρχε ήδη στα πρώτα σχέδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τότε που η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα γεννιόταν μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας, σχεδόν αφελούς.
Μια ήπειρος τραυματισμένη από τους πολέμους της σκέφτηκε –έστω στιγμιαία– ότι η ειρήνη θα μπορούσε να διασφαλιστεί όχι από εξωτερικούς προστάτες, αλλά από μια κοινή ασπίδα. Στην πορεία, η σκέψη αυτή μπήκε στο συρτάρι.
Η επίσημη αφήγηση είναι γνωστή: το ΝΑΤΟ λειτούργησε, ο Ψυχρός Πόλεμος επέβαλε ενότητα, οι διπλές δομές ήταν σπατάλη και η εθνική κυριαρχία ευαίσθητο ζήτημα. Η ανεπίσημη εκδοχή είναι πιο ωμή: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιθυμούσαν έναν ευρωπαϊκό στρατό, ούτε η αμερικανική αμυντική βιομηχανία, και τελικά ούτε η ίδια η Ευρώπη έμαθε να τον επιθυμεί.
Από τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του Κλίντον έως τη σκληρή βεβαιότητα του Μπους και τη διπλωματία χαμηλών τόνων του Ομπάμα, το μήνυμα παρέμεινε σταθερό: «Μην ανησυχείτε, η Αμερική αναλαμβάνει». Τα ευρωπαϊκά σύνορα και οι ευρωπαϊκοί ουρανοί παρουσιάζονταν ως κοινή υπόθεση, σε μια σχέση που έμοιαζε με κοινή ομπρέλα, όπου όμως το χερούλι το κρατούσε μόνο η μία πλευρά.
Η αίσθηση αυτή ήταν καθησυχαστική, ιδίως σε χώρες με ζωντανές μνήμες στρατιωτικών επεμβάσεων και αυταρχισμού. Γιατί να επενδύσει κανείς πολιτικό κεφάλαιο σε μια ευρωπαϊκή άμυνα, όταν οι ΗΠΑ υπόσχονταν τον ρόλο του προστάτη; Γιατί να ανοίξει κανείς δύσκολες συζητήσεις περί στρατιωτικοποίησης, όταν τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα αγκυροβολούσαν σαν πλωτά σύμβολα ασφάλειας;
Με τον χρόνο, όμως, το τίμημα αυτής της άνεσης έγινε εμφανές. Η Ευρώπη δεν απώλεσε μόνο την φιλοδοξία να ελέγχει την άμυνά της, αλλά και την ίδια τη συνήθεια να σκέφτεται στρατηγικά. Η άμυνα έγινε αντικείμενο ανάθεσης, η στρατιωτική βιομηχανία θέμα αμηχανίας, και τα όπλα αναφέρονταν σχεδόν με απολογία.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές χώρες ωθούνταν –άλλοτε διακριτικά, άλλοτε ανοιχτά– προς την αγορά αμερικανικού εξοπλισμού και την υιοθέτηση αμερικανικών προτύπων. Μαχητικά και άρματα μάχης λειτουργούσαν ως εγγυήσεις πολιτικής πίστης. Οι ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες διαπίστωσαν ότι η τεχνική υπεροχή δεν αρκούσε· προείχε η αποδοχή.
Κι όμως, η ευρωπαϊκή τεχνογνωσία δεν χάθηκε. Το σουηδικό Gripen, σχεδιασμένο για να επιχειρεί σε δύσκολες συνθήκες και να συντηρείται με ελάχιστα μέσα, αποτελεί παράδειγμα πρακτικής αριστείας. Η γερμανική αμυντική βιομηχανία, με έμφαση στην ακρίβεια και την αξιοπιστία, έχει αποδείξει επανειλημμένα τις δυνατότητές της. Η Ευρώπη δεν στερήθηκε ικανότητας· στερήθηκε την αυτοπεποίθηση να τη χρησιμοποιήσει.
Για δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες μπέρδεψαν την ευγνωμοσύνη με την ωριμότητα. Ευχαριστούσαν τις ΗΠΑ για την προστασία και ταυτόχρονα προσαρμόζονταν –στους προϋπολογισμούς και στις αγορές εξοπλισμών– για να αποδείξουν ότι παραμένουν «καλοί σύμμαχοι». Μια σχέση εξάρτησης παρουσιαζόταν ως ισότιμη συμμαχία.
Το πρόβλημα δεν ήταν η συμμαχία καθαυτή. Το πρόβλημα ήταν ότι η εξάρτηση μετατράπηκε σε ταυτότητα. Η Ευρώπη έπαψε να αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως στρατηγικό δρώντα και βολεύτηκε στον ρόλο του προστατευόμενου.
Σήμερα, αυτή η ισορροπία τρίζει. Οι αμερικανικές εκλογές αντιμετωπίζονται πλέον ως γεγονότα με άμεσες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Δηλώσεις και προεκλογικές συγκεντρώσεις στις ΗΠΑ επηρεάζουν αμυντικές πολιτικές σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Μια ήπειρος με οικονομική ισχύ, τεχνολογική πρόοδο και θεσμική εμπειρία εξαρτά την ασφάλειά της από τις πολιτικές διαθέσεις μιας άλλης χώρας.
Ένας ευρωπαϊκός στρατός δεν θα αποτελούσε ρήξη με τις ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ, αλλά δήλωση πολιτικής ενηλικίωσης. Θα σήμαινε συνεργασία χωρίς αδυναμία και συμμαχία χωρίς υποτέλεια. Τα επιχειρήματα περί πολυπλοκότητας και ανυπέρβλητων διαφορών δεν πείθουν σε μια Ευρώπη που ήδη συντονίζει νομικά συστήματα, σύνορα και νομίσματα.
Ίσως ο πραγματικός φόβος δεν είναι η δυσκολία, αλλά η ευθύνη. Μια αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα θα ανάγκαζε την ήπειρο να παίρνει δύσκολες αποφάσεις χωρίς να τις μεταβιβάζει αλλού. Και αυτό ακριβώς είναι που επί δεκαετίες αποφεύχθηκε.
Σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική στάση γίνεται ολοένα και πιο απρόβλεπτη –και με τον Ντόναλντ Τραμπ να το έχει καταστήσει σαφές– η Ευρώπη καλείται να θυμηθεί πώς είναι να στέκεται μόνη της. Όχι εναντίον των συμμάχων της, αλλά υπέρ της ίδιας της αυτονομίας της.