Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας επανέρχεται με ένταση στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να απαντήσουν εάν το μπλοκ μπορεί να ανακτήσει αναπτυξιακή δυναμική και να σταθεί ισότιμα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Δύο διαδοχικές συναντήσεις υψηλού επιπέδου —η Βιομηχανική Σύνοδος στην Αμβέρσα και η άτυπη σύνοδος κορυφής στο κάστρο Alden Biesen στο Βέλγιο— αποτυπώνουν την πρόθεση επιτάχυνσης αποφάσεων. Στο τραπέζι βρίσκονται κρίσιμες παρεμβάσεις, όπως η εμβάθυνση της ενιαίας κεφαλαιαγοράς, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ενίσχυση της ψηφιακής αυτονομίας και η αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, μιλώντας στο Bloomberg TV, έκανε λόγο για «σαφή αίσθηση επείγοντος», τονίζοντας ότι απαιτούνται άμεσα αποφάσεις με απτό αποτέλεσμα, καθώς εντείνεται η πίεση για πολιτικές που θα ενισχύσουν τη θέση της Ευρώπης στο διεθνές οικονομικό σύστημα.
Κεντρικός άξονας των συζητήσεων είναι η δημιουργία πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, ώστε οι επιχειρήσεις —ιδίως σε τομείς τεχνολογίας και πράσινης μετάβασης— να μπορούν να αντλούν χρηματοδότηση εντός της ΕΕ, μειώνοντας την εξάρτηση από τρίτες αγορές. Η ελλιπής ενοποίηση θεωρείται διαρθρωτικό εμπόδιο για την καινοτομία και τη βιομηχανική ισχύ της Ένωσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προώθηση του ψηφιακού ευρώ, με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας στις πληρωμές και τον περιορισμό της εξάρτησης από αμερικανικούς κολοσσούς όπως η Visa και η Mastercard. Παράλληλα, εξετάζονται τρόποι ενίσχυσης του διεθνούς ρόλου του ευρώ, μέσω μεγαλύτερης χρήσης του σε τιμολόγηση και συναλλαγές, ώστε να μειωθούν κόστη και συναλλαγματικοί κίνδυνοι.
Ωστόσο, οι πιέσεις από τη βιομηχανία είναι έντονες. Εκπρόσωποι μεγάλων ομίλων και ενεργοβόρων κλάδων κάνουν λόγο για καθυστερήσεις, περίπλοκο κανονιστικό πλαίσιο και επενδύσεις που «παγώνουν». Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε προβλήματα «ρυθμιστικής υπερφόρτωσης» και δεσμεύθηκε για απλοποίηση κανόνων, προωθώντας μεταξύ άλλων ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό εταιρικό καθεστώς και ευρύτερο «ρυθμιστικό καθαρισμό».
Η βαριά βιομηχανία εκπέμπει σήμα κινδύνου. Στελέχη ομίλων όπως η BASF και η Syensqo μιλούν για ανάγκη άμεσης μετάβασης από τις διακηρύξεις στην εφαρμογή πολιτικών, προειδοποιώντας ότι η ευρωπαϊκή παραγωγική βάση αποδυναμώνεται εν μέσω σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού.
Στην κορυφή των αιτημάτων βρίσκεται το ενεργειακό κόστος. Βιομηχανικοί φορείς ζητούν δραστική μείωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας — ακόμη και σε επίπεδα 50 ευρώ/MWh — υποστηρίζοντας ότι τα σημερινά επίπεδα υπονομεύουν επενδύσεις και την πράσινη μετάβαση. Παράλληλα, προτείνουν αλλαγές στον σχεδιασμό της αγοράς ρεύματος ώστε η τιμή φυσικού αερίου να μην καθορίζει το συνολικό κόστος ηλεκτρισμού.
Πρόσθετη πίεση δημιουργεί και το κόστος άνθρακα μέσω του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών (ETS). Εκπρόσωποι ενεργοβόρων κλάδων ζητούν αναθεωρήσεις και καλύτερη αξιοποίηση των εσόδων για τη στήριξη της βιομηχανικής απανθρακοποίησης.
Απαντώντας, η Κομισιόν προωθεί σχέδια ενίσχυσης των διασυνοριακών ενεργειακών δικτύων και εξετάζει διοχέτευση περισσότερων πόρων ETS προς τη βιομηχανία, στο πλαίσιο ευρύτερων μεταρρυθμίσεων της αγοράς ενέργειας και ρύπων.
Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο διαμορφώνονται και νέες γεωοικονομικές ισορροπίες εντός της Ένωσης. Έξι μεγάλες οικονομίες —Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και Ολλανδία— φέρονται να εξετάζουν στενότερο συντονισμό για στρατηγικά ζητήματα, παρακάμπτοντας τη δυσκίνητη ομοφωνία των «27».
Αναλυτές εκτιμούν ότι η συζήτηση αυτή συνδέεται με ευρύτερες ιδέες αναδιάρθρωσης της ΕΕ, τις οποίες έχει αναδείξει και ο Μάριο Ντράγκι, προειδοποιώντας ότι το υφιστάμενο μοντέλο δεν επαρκεί για το νέο γεωοικονομικό περιβάλλον.
Με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό να εντείνεται και τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις να δημιουργούν νέες πιέσεις, το επόμενο διάστημα θεωρείται καθοριστικό για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να μετατρέψει τις εξαγγελίες σε συγκεκριμένες πολιτικές που θα αναζωογονήσουν τη βιομηχανία και την οικονομία της.