Η Δύση δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα πρόβλημα αξιοπιστίας απέναντι στην Τουρκία. Αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο, πιο σύνθετο και πλέον επικίνδυνο ερώτημα: Πως μπορεί ένας πυλώνας του ΝΑΤΟ να λειτουργεί ταυτόχρονα ως κόμβος επιρροής ισλαμιστικών δικτύων και ως δίαυλος επαφής με δυνάμεις που αμφισβητούν ευθέως τη δυτική τάξη;
Αφορμή για την αναζωπύρωση αυτού του ερωτήματος αποτελεί πρόσφατο δημοσίευμα του Nordic Monitor -ενός μέσου, που στελεχώνεται από Τούρκους αυτοεξόριστους δημοσιογράφους, επικριτικούς απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν- σύμφωνα με το οποίο το ISIS φαίνεται να περνά σε νέα φάση δραστηριότητας εντός της Τουρκίας, δημιουργώντας ακόμη και δομές εκπαίδευσης μαχητών. Το ίδιο μέσο υποστηρίζει, ότι η Τουρκία έχει ήδη λειτουργήσει ως κόμβος διέλευσης, χρηματοδότησης και οργάνωσης τζιχαντιστικών δικτύων με διασυνδέσεις προς την Ευρώπη.
Ανεξαρτήτως του βαθμού επιβεβαίωσης αυτών των ισχυρισμών, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ένα ακόμα δημοσίευμα για το θέμα αυτό… Είναι η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια από αναλύσεις διεθνών μέσων και think tanks.
Η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας «δύσκολος σύμμαχος». Σύμφωνα με ανάλυση του Foundation for Defense of Democracies, η Άγκυρα έχει λειτουργήσει ως «προωθημένη βάση» για ισλαμιστικά δίκτυα, που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και παρακλάδια της τζιχαντιστικής οικογένειας, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις φιλοξενίας ή ανοχής προσώπων με διασυνδέσεις σε ακραίες οργανώσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η στάση της απέναντι στη Χαμάς. Η Τουρκία, όχι μόνο δεν την έχει χαρακτηρίσει τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ο ίδιος ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν την έχει περιγράψει ως «κίνημα αντίστασης», ενώ ηγετικά στελέχη της κινούνται και δραστηριοποιούνται στην τουρκική επικράτεια. Παράλληλα, η πολιτική και ρητορική στήριξη προς τη Χαμάς έχει ενταθεί μετά το 2023, με την Άγκυρα να υιοθετεί ανοιχτά συγκρουσιακή στάση απέναντι στο Ισραήλ.
Αυτή η στάση δεν είναι απλώς ιδεολογική. Είναι στρατηγική. Η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί ως ηγετική δύναμη του σουνιτικού ισλαμικού κόσμου, διεκδικώντας ρόλο που ιστορικά -και μέχρι πρόσφατα- κατείχε το Ιράν στον σιιτικό άξονα.
Και εδώ βρίσκεται η πιο κρίσιμη γεωπολιτική μετατόπιση.
Η αποδυνάμωση του Ιράν, είτε λόγω εσωτερικών πιέσεων, είτε λόγω εξωτερικών συγκρούσεων, δημιουργεί ένα κενό ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα δείχνει έτοιμη να το καλύψει. Όχι ως σταθεροποιητικός παράγοντας, αλλά ως δύναμη, που αξιοποιεί δίκτυα, ιδεολογία και περιφερειακές συγκρούσεις για να ενισχύσει τη δική της επιρροή.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία διατηρεί ένα περίπλοκο πλέγμα σχέσεων με τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα. Συνεργάζεται ενεργειακά με τη Μόσχα, διατηρεί τακτική συνεννόηση με την Τεχεράνη σε περιφερειακά ζητήματα και εντάσσεται -έστω επιλεκτικά- στους ευρασιατικούς σχεδιασμούς του Πεκίνου. Πρόκειται για μια στρατηγική πολυδιάστατης εξισορρόπησης, που όμως σταδιακά μετατρέπεται σε γεωπολιτική απόκλιση από τη Δύση.
Και όλα αυτά ενώ παραμένει πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα.
Δεν είναι ότι η Τουρκία έχει διαφορετικές προτεραιότητες. Είναι ότι οι προτεραιότητές της συγκρούονται πλέον ευθέως με τα συμφέροντα και την ασφάλεια της Δύσης. Η φιλοξενία ή ανοχή δικτύων που συνδέονται με ισλαμιστικές οργανώσεις, η πολιτική στήριξη σε ομάδες όπως η Χαμάς, η επιθετική ρητορική κατά του Ισραήλ και η ταυτόχρονη γεωπολιτική σύγκλιση με ανταγωνιστές της Δύσης συνθέτουν μια εικόνα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Γι’ αυτό και σε όλο και περισσότερα δυτικά κέντρα λήψης αποφάσεων διαμορφώνεται ένας νέος προβληματισμός… Όχι αν η Τουρκία είναι «απαραίτητη», αλλά αν είναι πλέον αξιόπιστη.
Διότι η ιστορία έχει δείξει, ότι τα μεγαλύτερα ρήγματα δεν προέρχονται από τους αντιπάλους, αλλά από τους συμμάχους, που αλλάζουν στρατόπεδο χωρίς να το δηλώνουν.
Και η Τουρκία φαίνεται να κινείται ακριβώς σε αυτή τη γκρίζα ζώνη.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr