Παρά την πολιτική προσέγγιση της Συρίας με τη Δύση μετά την πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ, η χώρα παραμένει οικονομικά δέσμια της Μόσχας, η οποία έχει αναδειχθεί πλέον στον κύριο προμηθευτή αργού πετρελαίου της Δαμασκού.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, οι ρωσικές αποστολές πετρελαίου κατέγραψαν κατακόρυφη άνοδο της τάξης του 75% κατά το τρέχον έτος, φτάνοντας τα 60.000 βαρέλια ημερησίως, καλύπτοντας το τεράστιο κενό που άφησε η διακοπή των προμηθειών από το Ιράν μετά τον Δεκέμβριο του 2024.
Η εξάρτηση αυτή αναδεικνύει τα περιορισμένα οικονομικά περιθώρια της νέας συριακής κυβέρνησης, η οποία, παρά την άρση των δυτικών κυρώσεων, παραμένει αποκομμένη από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η εγχώρια παραγωγή παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, καλύπτοντας μόλις ένα μικρό κλάσμα των αναγκών της χώρας, γεγονός που καθιστά τις ρωσικές εισαγωγές ζήτημα επιβίωσης για την τοπική οικονομία.
Ωστόσο, η ενεργειακή αυτή συμμαχία εγκυμονεί σοβαρούς διπλωματικούς κινδύνους. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η διατήρηση στενών εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία —ειδικά μέσω πλοίων που βρίσκονται υπό καθεστώς κυρώσεων και σκοτεινών δικτύων μεταφοράς— περιπλέκει την προσπάθεια της Συρίας να αποκαταστήσει τη διεθνή της αξιοπιστία και να συσφίξει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.
Την ίδια στιγμή, η παρουσία ρωσικών στρατιωτικών βάσεων στη συριακή επικράτεια παραμένει αγκάθι στις διαπραγματεύσεις με τη Δύση. Ενώ η Δαμασκός αναζητά εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, όπως η Τουρκία, οι οικονομικοί περιορισμοί και η έλλειψη ρευστότητας την αναγκάζουν να διατηρεί την αμφιλεγόμενη συνεργασία με το Κρεμλίνο, το οποίο έσπευσε πρώτο να καλύψει το ενεργειακό έλλειμμα μετά την αλλαγή καθεστώτος, ενισχύοντας έτσι την επιρροή του στην περιοχή.