Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Ουάσινγκτον φαίνεται να κλιμακώνει την αποδέσμευσή της από τη Γερμανία. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσανατολίζονται στην ακύρωση της εγκατάστασης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Tomahawk, ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα που είχε συμφωνηθεί το 2024 και αναμενόταν να τεθεί σε ισχύ το 2026.
Η κίνηση αυτή ακολουθεί την πρόσφατη απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων, τροφοδοτώντας σενάρια για «αντίποινα» μετά την κριτική του Βερολίνου σχετικά με τους αμερικανικούς χειρισμούς στο μέτωπο του Ιράν, παρά τις επίσημες διαψεύσεις.
Από την πλευρά του, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιχείρησε να ρίξει τους τόνους σε συνέντευξή του στη δημόσια τηλεόραση ARD. Ο Μερτς υποβάθμισε τις εντάσεις με τον Λευκό Οίκο, επιμένοντας πως οι ΗΠΑ παραμένουν ο πλέον κρίσιμος εταίρος της Γερμανίας εντός του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, ήταν κατηγορηματικός δηλώνοντας πως δεν υπάρχει καμία απολύτως διασύνδεση ανάμεσα στη μείωση των στρατευμάτων και τις διαφωνίες για τη στρατηγική στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι η ενότητα της Συμμαχίας υπερβαίνει τις προσωπικές τριβές μεταξύ των ηγετών.
Ωστόσο, η καθησυχαστική στάση του καγκελαρίου δεν φαίνεται να καθησυχάζει τους ειδικούς αναλυτές. Ο Κρίστιαν Μέλινγκ, διευθυντής του think tank Edina, προειδοποιεί ότι η ακύρωση των πυραύλων Tomahawk είναι μια εξέλιξη πολύ πιο σοβαρή από τη μείωση του στρατιωτικού προσωπικού.
Ενώ η απόσυρση στρατιωτών θεωρείται αντιμετωπίσιμη, η έλλειψη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς δημιουργεί ένα σημαντικό κενό χωρητικότητας στην αποτρεπτική ισχύ της χώρας. Τέτοιες αποφάσεις από την πλευρά της Ουάσινγκτον εγείρουν πλέον σοβαρά ερωτήματα για την αξιοπιστία της αμερικανικής προστασίας προς τους συμμάχους, τη στιγμή που η στρατηγική των ΗΠΑ στρέφεται ολοένα και περισσότερο μακριά από την Ευρώπη.