Η Ουάσιγκτον οφείλει να επεκτείνει άμεσα την παρουσία της στη Γροιλανδία, σύμφωνα με όσα δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος στο νησί, Τζεφ Λάντρι. Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει με έμφαση το ενδιαφέρον του για το στρατηγικής σημασίας αρκτικό έδαφος, το οποίο αποτελεί αυτόνομη περιοχή της Δανίας.
Ο Λάντρι, ο οποίος είναι επίσης Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης της Λουιζιάνα, σημείωσε ότι ο Λευκός Οίκος σχεδιάζει την αναδιάταξη προσωπικού και την ενίσχυση των επιχειρήσεων εθνικής ασφάλειας σε βάσεις του νησιού, προσθέτοντας χαρακτηριστικά ότι η Γροιλανδία έχει ανάγκη τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η πρώτη του αυτή επίσκεψη πραγματοποιήθηκε χωρίς επίσημη πρόσκληση, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις.
Το στρατηγικό διακύβευμα και το φάντασμα του Ψυχρού Πολέμου
Σήμερα, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούν μόλις μία στρατιωτική εγκατάσταση στη Γροιλανδία, τη βάση Πίτουφικ στον Βορρά, σε αντίθεση με τις δεκαεπτά που έλεγχαν κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ουάσιγκτον εξετάζει τώρα τη δημιουργία τριών νέων βάσεων στο νότιο τμήμα του νησιού, καθώς η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ για έλεγχο της περιοχής πηγάζει από κρίσιμους γεωπολιτικούς παράγοντες.
Από τη μία πλευρά, η Γροιλανδία αποτελεί τη συντομότερη πυραυλική διαδρομή ανάμεσα σε Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες, με τον Αμερικανό πρόεδρο να προειδοποιεί ότι αν δεν δράσει η χώρα του, το νησί κινδυνεύει να περάσει στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας ή του Πεκίνου.
Από την άλλη, το υπέδαφος κρύβει τεράστια, ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σπάνιων γαιών, ενώ το λιώσιμο των πάγων λόγω της κλιματικής αλλαγής ανοίγει νέες εμπορικές θαλάσσιες διόδους με τεράστια οικονομική σημασία.
Αν και η διμερής αμυντική συμφωνία του 1951 επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους, προϋποθέτει την εκ των προτέρων ενημέρωση της Κοπεγχάγης και των τοπικών αρχών. Οι πρόσφατες, μάλιστα, απειλές του Τραμπ για πιθανή κατάληψη του νησιού οδήγησαν στη συγκρότηση μιας τριμερούς ομάδας εργασίας για τη διαχείριση της κρίσης.
Η στάση της Γροιλανδίας μεταξύ ασέβειας και ρεαλισμού
Οι τοπικές αρχές βρίσκονται σε μια δύσκολη ισορροπία. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς – Φρέντερικ Νίλσεν, χαρακτήρισε μεν παντελώς ασεβή την πρόθεση του Τραμπ να ελέγξει το νησί, παραδέχθηκε όμως ότι η κυβέρνησή του είναι αναγκασμένη να συζητήσει για να βρεθεί μια λύση. Μετά τις συναντήσεις του με τον Λάντρι, ο Νίλσεν έκανε λόγο για εποικοδομητικό κλίμα, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι δεν διακρίνει αλλαγή στην πάγια αμερικανική στρατηγική.
Τόσο η Δανία όσο και η Γροιλανδία επιμένουν ότι το μέλλον του νησιού ανήκει αποκλειστικά στους κατοίκους του. Από την πλευρά του, ο Αμερικανός απεσταλμένος επιχείρησε να αγγίξει τις χορδές του τοπικού εθνικισμού μέσω συνέντευξής του στην εφημερίδα Sermitsiaq, υποστηρίζοντας ότι η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για να περάσει η Γροιλανδία από την οικονομική εξάρτηση της Δανίας στην πλήρη ανεξαρτησία.
Παρά το γεγονός ότι οι πολίτες διάκεινται θετικά στην προοπτική της ανεξαρτησίας, η τοπική κυβέρνηση αποφεύγει τις βιαστικές κινήσεις, καθώς ο προϋπολογισμός του νησιού εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις επιδοτήσεις από την Κοπεγχάγη.