Βαρύ είναι το πλήγμα που δέχεται το ευρωπαϊκό εμπόριο εξαιτίας του συνεχιζόμενου οικονομικού πολέμου με την Ουάσιγκτον. Κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, οι εξαγωγές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την αμερικανική αγορά κατέγραψαν κατακόρυφη πτώση της τάξης του 30,4% σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Παρά τη θεαματική αυτή συρρίκνωση, οι ΗΠΑ παρέμειναν ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος της ΕΕ, απορροφώντας το 18,6% του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, που μεταφράζεται σε 119,4 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η κάμψη της εμπορικής δραστηριότητας της ΕΕ επεκτάθηκε και σε άλλες μεγάλες αγορές, με τις εξαγωγές προς την Τουρκία και την Κίνα να υποχωρούν κατά 8,2% και 7,9% αντίστοιχα. Συνολικά, η αξία των αγαθών που διοχέτευσε η ΕΕ εκτός των συνόρων της ανήλθε σε 640,5 δισεκατομμύρια ευρώ (μείωση 8,8%), ενώ πτώση 3,3% σημείωσαν και οι εισαγωγές, αγγίζοντας τα 627,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Η Κίνα διατήρησε τα σκήπτρα του βασικού προμηθευτή της Ευρώπης, καλύπτοντας το 23,1% των εισαγωγών της.
Η εμπορική αυτή οπισθοχώρηση αποτελεί άμεση συνέπεια της δασμολογικής αντιπαράθεσης που σοβεί εδώ και έναν χρόνο. Ακόμη και η περσινή συμφωνία ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανάγκασε την Ευρώπη σε σημαντικές υποχωρήσεις, όπως η αποδοχή δασμών έως 15% στα προϊόντα της και η κατάργηση των ευρωπαϊκών δασμών για τα αμερικανικά βιομηχανικά αγαθά.
Η πλήρης εφαρμογή αυτής της συμφωνίας ενεργοποιήθηκε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα υπό το καθεστώς αμερικανικού τελεσιγράφου, προκειμένου να αποφευχθεί ένας ολοκληρωτικός εμπορικός πόλεμος.
Το διπλό χτύπημα από το ενεργειακό μέτωπο
Την ίδια ώρα, η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά ενεργειακή κρίση εξαιτίας του τρίμηνου αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και αν υπάρξει άμεση εκτόνωση της έντασης με το Ιράν, η αποκατάσταση της ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου θα απαιτήσει μήνες, ενώ οι ζημιές στις υποδομές και το αυξημένο κόστος ασφάλισης της ναυσιπλοΐας συντηρούν την αβεβαιότητα στην αγορά.
Λόγω των κινδύνων στον Περσικό Κόλπο, οι εφοπλιστές στρέφονται σε ακριβότερες και πιο χρονοβόρες εναλλακτικές διαδρομές, όπως ο περίπλους της Αφρικής ή η διώρυγα του Σουέζ — η οποία ωστόσο είναι κορεσμένη και εκτεθειμένη σε επιθέσεις των ανταρτών Χούθι.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια μόνιμη πληθωριστική απειλή, με τη δομική κρίση στην εφοδιαστική αλυσίδα να ξεπερνά σε ένταση τα προβλήματα που προκάλεσαν η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Το μεγάλο δίλημμα της ΕΚΤ και ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού
Στο πλαίσιο αυτό, η προγραμματισμένη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 11 Ιουνίου αποκτά δραματικό χαρακτήρα. Οι αναλυτές προεξοφλούν την πρώτη αύξηση επιτοκίων μετά από έναν χρόνο κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντας το επιτόκιο στο 2,25%.
Η κίνηση αυτή επαναφέρει το κλασικό οικονομικό δίλημμα: η άνοδος του κόστους χρήματος μπορεί να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό, απειλεί όμως να αποτελματώσει την ήδη αναιμική ευρωπαϊκή ανάπτυξη.
Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι ο στασιμοπληθωρισμός δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό σενάριο, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που εγκλωβίζει τη νομισματική πολιτική.
Για να αποτραπεί η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, η Ευρώπη στρέφεται αναγκαστικά στη φθηνή ρωσική ενέργεια, παρά τις υφιστάμενες κυρώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μάρτιο αυξήθηκαν οι ευρωπαϊκές αγορές ρωσικού υγροποιημένου αερίου, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ προχώρησαν σε άρση περιορισμών, επιτρέποντας τη διακίνηση καυσίμων που παράγονται από ρωσικό πετρέλαιο σε τρίτες χώρες.
Η εξάρτηση αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη, καθώς η στήριξη από τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ αναμένεται να εξαντληθεί τους επόμενους δύο με τρεις μήνες.
Τα εσωτερικά «αγκάθια» της Ενιαίας Αγοράς
Η προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας προσκρούει και σε εσωτερικές αδυναμίες. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, η ευρωπαϊκή αγορά παραμένει κατακερματισμένη λόγω της πολυνομίας και των διαφορετικών ρυθμιστικών κανόνων ανά χώρα.
Η απουσία μιας ολοκληρωμένης Ένωσης Κεφαλαιαγορών στερεί πολύτιμους πόρους από τις αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις (start-ups), οι οποίες δυσκολεύονται να επιβιώσουν στο μεταβατικό στάδιο προς την κερδοφορία.
Το πολιτικό αδιέξοδο που εμποδίζει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις αποτυπώνεται ανάγλυφα στην ιστορική φράση του πρώην προέδρου της Κομισιόν, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ: «Ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε — απλώς δεν ξέρουμε πώς θα μπορούσαμε να επανεκλεγούμε αφού το κάνουμε».