Συγκλονιστικές ήταν οι καταθέσεις των δύο επιστημόνων που κατέθεσαν στη δίκη για τον θάνατο του 3χρονου Άγγελου, φωτίζοντας κρίσιμες πτυχές των τραυμάτων που έφερε το παιδί πριν καταλήξει στο νοσοκομείο.
Η διαδικασία συνεχίστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου με την εξέταση της αναπληρώτριας καθηγήτριας Ιατροδικαστικής Έλενας Κρανιώτη και της καθηγήτριας Παιδοακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Μαρίας Ραϊσάκη.
Ιδιαίτερο βάρος είχε η κατάθεση της καθηγήτριας Παιδοακτινολογίας, η οποία παρουσίασε τα συμπεράσματα της Ομάδας Εργασίας Παιδικής Κακοποίησης, η οποία μελέτησε αναλυτικά τις απεικονιστικές εξετάσεις του παιδιού.
Όπως ανέφερε, η σοβαρότερη από τις τρεις αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2025, αμέσως μετά τη διασωλήνωση του 3χρονου.
Με βάση τα απεικονιστικά ευρήματα, η μάρτυρας κατέθεσε ότι οι κακώσεις που έφερε ο μικρός Άγγελος παραπέμπουν σε άσκηση ιδιαίτερα ισχυρής βίας.
Σύμφωνα με την επιστημονική της εκτίμηση, τα τραύματα συνάδουν με μηχανισμούς πλήξης, βίαιης ανακίνησης – τραντάγματος ή συνδυασμό αυτών των παραγόντων.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για τραυματισμούς που συναντώνται συνήθως σε σοβαρά τροχαία δυστυχήματα ή σε περιπτώσεις έντονου βίαιου τραντάγματος μικρών παιδιών.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η απάντησή της στο ερώτημα αν το υποσκληρίδιο αιμάτωμα θα μπορούσε να προκλήθηκε από το ταρακούνημα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του 44χρονου κατηγορουμένου, έκανε στο παιδί όταν το βρήκε αναίσθητο.
Η καθηγήτρια απέκλεισε ουσιαστικά αυτό το ενδεχόμενο, δηλώνοντας ότι οι πιθανότητες μιας τέτοιας εκδοχής είναι «ελάχιστες έως μηδενικές».
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα συνολικά ευρήματα ενισχύουν το σενάριο κακοποίησης, επισημαίνοντας ότι το παιδί έφερε και κάταγμα στο μετακάρπιο, το οποίο αποδίδεται σε προγενέστερο τραυματισμό.
Η ίδια ανέφερε επίσης ότι το έντονο τράνταγμα μπορεί να αποβεί μοιραίο για ένα παιδί, καθώς ενδέχεται να προκαλέσει άπνοια, στοιχείο που, όπως σημείωσε, αποτελεί σοβαρή ένδειξη κακοποίησης.
Απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας και των συνηγόρων, εκτίμησε ότι οι οξείες κακώσεις προκλήθηκαν στο πλαίσιο ενός και μόνο βίαιου επεισοδίου.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, το υποσκληρίδιο αιμάτωμα, το εγκεφαλικό οίδημα και το εξωτερικό τραύμα στο κεφάλι φαίνεται να προκλήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο, από λίγες ώρες έως και ένα εικοσιτετράωρο πριν από τη μεταφορά του παιδιού στο νοσοκομείο.
Αντίθετα, το κάταγμα στο μετακάρπιο εκτιμάται ότι είχε προκληθεί αρκετές ημέρες νωρίτερα, σε χρονικό διάστημα που προσδιορίζεται από δέκα έως σαράντα δύο ημέρες πριν από την εισαγωγή του παιδιού.
Αποχώρησε από τη δίκη ο 44χρονος
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, ο συνήγορος υπεράσπισης του 44χρονου κατηγορουμένου ενημέρωσε το δικαστήριο ότι ο εντολέας του αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και αισθανόταν έντονη αδιαθεσία.
Λίγο αργότερα ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την αίθουσα και μεταφέρθηκε από τις φυλακές σε νοσοκομείο για ιατρική εξέταση.
Στο εδώλιο κάθονται η 27χρονη μητέρα του παιδιού και ο τότε σύντροφός της, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.
Οι δύο κατηγορούμενοι διατηρούν αντικρουόμενες θέσεις σχετικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο του παιδιού, αποδίδοντας ο ένας στον άλλον την ευθύνη για την κακοποίησή του.
Σύμφωνα με όσα έχουν κατατεθεί μέχρι σήμερα, η 27χρονη υποστηρίζει ότι είχε φύγει προσωρινά από το σπίτι για να αγοράσει καφέ, ενώ ο 44χρονος ισχυρίζεται ότι βρισκόταν στην κουζίνα όταν άκουσε έναν θόρυβο και βρήκε τον μικρό Άγγελο αναίσθητο, καλώντας στη συνέχεια σε βοήθεια.
Η ακροαματική διαδικασία συνεχίζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι καταθέσεις των ειδικών θεωρούνται καθοριστικές για τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στον θάνατο του παιδιού.