Συμφωνία χωρίς λύση: Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν τελείωσε, η κρίση παραμένει

 
ιραν

Ενημερώθηκε: 19/06/26 - 22:22

Η συμφωνία που υπέγραψαν Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ σηματοδοτεί το τέλος ενός πολέμου 107 ημερών, χωρίς ωστόσο να επιλύει καμία από τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης.

Πρόκειται περισσότερο για μια αναγκαστική ισορροπία παρά για διπλωματική νίκη, καθώς τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη εμφανίζονται να υποχωρούν από τους αρχικούς τους στόχους.

Η συμφωνία προβλέπει την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και σημαντική οικονομική ανάσα για το Ιράν, με χαλάρωση των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων και δέσμευση για πρόγραμμα ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων.

Ωστόσο, τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, το βαλλιστικό της οπλοστάσιο και το δίκτυο των συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων που στηρίζει στην περιοχή παραπέμπονται ουσιαστικά στο μέλλον.

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η κατάληξη αυτή απέχει σημαντικά από τις εξαγγελίες με τις οποίες ξεκίνησε ο πόλεμος στα τέλη Φεβρουαρίου. Η αμερικανική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί να εξαλείψει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, να καταστρέψει τις πυραυλικές του δυνατότητες και να οδηγήσει ακόμη και στην κατάρρευση του ισλαμικού καθεστώτος.

Παρά τις σημαντικές απώλειες που υπέστη η ιρανική ηγεσία από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, το καθεστώς όχι μόνο παρέμεινε όρθιο, αλλά απέδειξε ότι διατηρεί σημαντικά μέσα πίεσης απέναντι στη Δύση.

Η απόφαση της Τεχεράνης να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ προκάλεσε παγκόσμια ενεργειακή αναστάτωση και εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, ασκώντας ισχυρή πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους θεωρείται ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν τελικά την Ουάσιγκτον στην αναζήτηση συμβιβασμού.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι κατάφερε να αποδυναμώσει σημαντικά τις αμυντικές δυνατότητες του Ιράν. Ωστόσο, η Τεχεράνη συνέχισε τις επιθέσεις με πυραύλους εναντίον αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, ενεργειακών εγκαταστάσεων αραβικών χωρών και στόχων εντός του Ισραήλ, αποδεικνύοντας ότι εξακολουθεί να διαθέτει επιχειρησιακή ισχύ.

Η νέα συμφωνία ουσιαστικά επαναφέρει την κατάσταση σε ένα μοντέλο ελεγχόμενης έντασης, παρόμοιο με εκείνο που χαρακτήριζε τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν τις τελευταίες δεκαετίες. Η Τεχεράνη φαίνεται να έχει διαχρονικά προσαρμοστεί σε μια στρατηγική παρατεταμένης αντιπαράθεσης με την Ουάσιγκτον, αποφεύγοντας τόσο την πλήρη σύγκρουση όσο και μια ουσιαστική εξομάλυνση των σχέσεων.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ουάσιγκτον καλείται πλέον να εγκαταλείψει τη λογική της ολοκληρωτικής επικράτησης απέναντι στο Ιράν και να στραφεί σε μια πιο ρεαλιστική στρατηγική ανάσχεσης και διαχείρισης της έντασης. Στο πλαίσιο αυτό, κομβικός θεωρείται ο ρόλος των συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως το Ισραήλ και οι μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες καλούνται να ενισχύσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες και να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στην ιρανική επιρροή.

Ιδιαίτερη ανησυχία εξακολουθεί να προκαλεί το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Παρά τον πόλεμο, το Ιράν διατηρεί αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου και τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης του προγράμματός του. Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται πλέον πιο διατεθειμένη να εξετάσει έναν νέο συμβιβασμό που θα περιορίζει το πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα οικονομικές διευκολύνσεις και σταδιακή άρση κυρώσεων.

Την ίδια ώρα, το Ισραήλ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως υπαρξιακή απειλή και φέρεται αποφασισμένο να αποτρέψει οποιαδήποτε συμφωνία θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να διατηρήσει στρατηγικές δυνατότητες. Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν έναν εύθραυστο γεωπολιτικό συσχετισμό, όπου η ειρήνη παραμένει αβέβαιη και η πιθανότητα νέας ανάφλεξης εξακολουθεί να είναι ορατή.

Παρά τις εκατέρωθεν δηλώσεις περί επιτυχίας, το αποτέλεσμα του πολέμου αποτυπώνει κυρίως μια παρατεταμένη ισορροπία δυνάμεων χωρίς ξεκάθαρο νικητή. Η σύγκρουση μπορεί να σταμάτησε, όμως οι βασικές αιτίες που την προκάλεσαν παραμένουν ενεργές και απειλούν να επανέλθουν στο προσκήνιο στο μέλλον.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ