Μία από τις πιο πολύκροτες δίκες των τελευταίων ετών βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γαλλία, με την υπόθεση Athanor να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης λόγω του εύρους των κατηγοριών και των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται.
Στο εδώλιο του Ειδικού Κακουργιοδικείου του Παρισιού κάθονται 22 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων επιχειρηματίες, πρώην δημοσιογράφος, απόστρατος αξιωματικός των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών, αστυνομικοί και στελέχη ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας, καθώς και πρόσωπα που συνδέονταν με τη γαλλική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών (DGSE).
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι εμπλεκόμενοι δεν συνδέονταν απλώς μέσω της μασονικής στοάς Athanor, αλλά είχαν συγκροτήσει μία οργανωμένη εγκληματική ομάδα που, έναντι αμοιβής, αναλάμβανε παράνομες επιχειρήσεις, όπως παρακολουθήσεις, εκφοβισμούς, απαγωγές, εμπρησμούς, βιομηχανική κατασκοπεία και συμβόλαια θανάτου.
Η γαλλική εισαγγελία χαρακτήρισε το φερόμενο κύκλωμα ως μια «μικρομεσαία επιχείρηση του εγκλήματος», με δομημένη οργάνωση, καταμερισμό ρόλων και πελατολόγιο.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Ιούλιο του 2020, όταν κάτοικος του Κρετέιγ ειδοποίησε την αστυνομία για ύποπτο όχημα σταθμευμένο έξω από την κατοικία της επιχειρηματία Marie-Hélène Dini.
Οι αστυνομικοί συνέλαβαν δύο βαριά οπλισμένους άνδρες, οι οποίοι αρχικά ισχυρίστηκαν ότι συμμετείχαν σε απόρρητη αποστολή της DGSE. Η έρευνα, ωστόσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ενεργούσαν για λογαριασμό του κράτους και ότι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, προετοίμαζαν τη δολοφονία της επιχειρηματία.
Η εισαγγελία θεωρεί ως βασικούς οργανωτές του δικτύου τον 72χρονο Daniel Beaulieu, απόστρατο αστυνομικό των υπηρεσιών πληροφοριών, και τον πρώην δημοσιογράφο Frédéric Vaglio, ο οποίος στη συνέχεια δραστηριοποιήθηκε στον χώρο της επιχειρηματικής πληροφόρησης και της ιδιωτικής ασφάλειας. Κατά το κατηγορητήριο, ο πρώτος είχε τον επιχειρησιακό συντονισμό, ενώ ο δεύτερος φρόντιζε για την εξεύρεση πελατών και την ανάθεση των παράνομων ενεργειών.
Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι από το 2016 έως το 2020 το δίκτυο πραγματοποίησε τουλάχιστον εννέα σοβαρές εγκληματικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων μία ανθρωποκτονία, δύο απόπειρες δολοφονίας, ξυλοδαρμοί, εμπρησμοί, βιομηχανική κατασκοπεία, βίαιες εισπράξεις χρεών και επιθέσεις σε επιχειρηματίες, συνδικαλιστές και αιρετούς. Η δικογραφία περιλαμβάνει συνολικά 114 αδικήματα, εκ των οποίων 25 κακουργήματα, ενώ στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας εξετάστηκαν περίπου 150 μάρτυρες και πραγματογνώμονες.
Κεντρική θέση στη δίκη κατέχει η υπόθεση της Marie-Hélène Dini. Σύμφωνα με την εισαγγελία, η επιχειρηματίας στοχοποιήθηκε επειδή επιδίωκε τη δημιουργία φορέα πιστοποίησης επαγγελματιών coaches, κίνηση που φέρεται να έθιγε οικονομικά συμφέροντα ανταγωνιστών της. Οι ανακριτές εκτιμούν ότι είχε καταβληθεί ποσό περίπου 70.000 ευρώ για την οργάνωση της δολοφονίας της, σχέδιο που δεν υλοποιήθηκε λόγω της έγκαιρης επέμβασης της αστυνομίας.
Οι αρχές αποδίδουν στο ίδιο δίκτυο και τη δολοφονία του πρώην οδηγού αγώνων Laurent Pasquali, ο οποίος εξαφανίστηκε το 2018 και βρέθηκε νεκρός μήνες αργότερα σε δασική περιοχή της Haute-Loire. Κατά το κατηγορητήριο, το έγκλημα συνδεόταν με οικονομικές διαφορές στον χώρο του αυτοκινήτου.
Παράλληλα, η δικογραφία περιλαμβάνει υποθέσεις βιομηχανικής κατασκοπείας, επιθέσεις για είσπραξη χρεών, εμπρησμούς κατοικιών και οχημάτων, καθώς και σχεδιασμό επιθέσεων σε συνδικαλιστές και αιρετούς. Ανάμεσα στα περιστατικά που εξετάζονται είναι και η επίθεση σε εργαζόμενη της Mercedes, από την οποία αφαιρέθηκε επαγγελματικός υπολογιστής στο πλαίσιο υπόθεσης κατασκοπείας.
Αν και η υπόθεση συνδέεται με τη μασονική στοά Athanor, οι γαλλικές αρχές δεν αποδίδουν ευθύνη στη μασονία ως θεσμό. Η Grande Loge de l'Alliance Maçonnique Française είχε ήδη από το 2021 διαλύσει τη συγκεκριμένη στοά και απομακρύνει τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, διευκρινίζοντας ότι οι φερόμενες εγκληματικές ενέργειες δεν σχετίζονται με τις αρχές και τη λειτουργία της.
Η εισαγγελία έχει ζητήσει ποινές που κυμαίνονται από 18 μήνες με αναστολή έως 30 χρόνια κάθειρξης για 19 από τους 22 κατηγορούμενους, ενώ για τρεις πρότεινε την απαλλαγή τους λόγω ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων. Για τον Daniel Beaulieu προτάθηκε η βαρύτερη ποινή, ενώ για τον Frédéric Vaglio ζητήθηκαν 25 χρόνια κάθειρξης.
Η υπόθεση Athanor θεωρείται μία από τις σημαντικότερες των τελευταίων ετών στη Γαλλία, καθώς αφορά πρόσωπα με διασυνδέσεις στις υπηρεσίες πληροφοριών, στην αστυνομία και στον χώρο της ιδιωτικής ασφάλειας, τα οποία, σύμφωνα με την εισαγγελία, αξιοποίησαν την επαγγελματική τους εμπειρία και το δίκτυο επαφών τους για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών και παράνομων συμφερόντων. Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς εκτιμάται ότι θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τη γαλλική Δικαιοσύνη.