Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ιράν και του Ομάν για το μέλλον του Στενού του Ορμούζ βρίσκονται στο τελικό στάδιο, δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αρακτσί, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων IRNA.
Η δήλωση έρχεται μετά την ανακοίνωση των Ηνωμένων Πολιτειών ότι αναστέλλουν τις προγραμματισμένες επιθέσεις κατά του Ιράν, προκειμένου να δοθεί περιθώριο στη διπλωματική διαδικασία.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, υπογράμμισε ότι οι συνομιλίες ανάμεσα στην Τεχεράνη και τη Μουσκάτ είναι αποκλειστικά διμερείς και «δεν αφορούν κανέναν άλλο».
Στόχος ένας ασφαλής θαλάσσιος διάδρομος
Σύμφωνα με τον Μπαγκαΐ, οι διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία ενός ασφαλούς θαλάσσιου διαδρόμου στο Στενό του Ορμούζ βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα και δεν αποτελούν νέα πρωτοβουλία.
Όπως ανέφερε, το Ιράν και το Ομάν, ως τα δύο παράκτια κράτη που ελέγχουν το στρατηγικής σημασίας πέρασμα, επιδιώκουν να συμφωνήσουν σε έναν κοινά αποδεκτό μηχανισμό που θα διασφαλίζει την ασφαλή διέλευση της διεθνούς ναυσιπλοΐας.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι οι συνομιλίες ξεκίνησαν αμέσως μετά την υπογραφή του μνημονίου κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
«Το Ορμούζ δεν θα επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς»
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών ξεκαθάρισε ότι, κατά την άποψη της Τεχεράνης, το Στενό του Ορμούζ «σε καμία περίπτωση δεν θα επιστρέψει στο καθεστώς που ίσχυε πριν από τις 28 Φεβρουαρίου».
Υποστήριξε ότι το νέο πλαίσιο θα πρέπει να διασφαλίζει πως το θαλάσσιο πέρασμα δεν θα χρησιμοποιηθεί από «επιθετικές πλευρές» εναντίον του Ιράν, ενώ παράλληλα θα προστατεύονται πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι ενδεχόμενη συμφωνία με το Ομάν αποτελεί απαραίτητη, αλλά όχι από μόνη της επαρκή, προϋπόθεση για την πλήρη επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.
Τέλος, η Τεχεράνη επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι το κλείσιμο του στρατηγικού περάσματος προκλήθηκε από την παραβίαση των συμφωνηθέντων εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών και από τον ναυτικό αποκλεισμό που, σύμφωνα με την ίδια, επέβαλε η Ουάσιγκτον, επιμένοντας ότι το συγκεκριμένο ζήτημα «δεν σχετίζεται με το Ομάν».