Περισσότερο ως σχέδιο έκτακτης ανάγκης και λιγότερο ως μια συμπαγής αμυντική συμμαχία αξιολογείται το Σύμφωνο Κοινής Άμυνας της Μέκκας μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν.
Παρά τη διακήρυξη ότι «πλήγμα κατά ενός μέλους συνιστά επίθεση και κατά των τριών» —διατύπωση που παραπέμπει στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ— η απουσία συγκεκριμένων μηχανισμών εφαρμογής, οι ασάφειες του κειμένου και τα αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα των τριών μερών καθιστούν τη δεσμευτική ισχύ του συμφώνου κυρίως ρητορική.
Η ασάφεια ως διπλωματικό εργαλείο
Επίσημοι αξιωματούχοι του Ριάντ και της Άγκυρας έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι το σύμφωνο δεν αποτελεί «στρατιωτικό άξονα» ούτε στρέφεται εναντίον κάποιου συγκεκριμένου κράτους.
Η χρήση μιας τόσο ήπιας διπλωματικής γλώσσας επιτρέπει στα συμβαλλόμενα κράτη να προβάλουν αλληλεγγύη προς τα έξω, διατηρώντας ταυτόχρονα το ελεύθερο να αποφασίσουν κατά το δοκούν τον βαθμό της στρατιωτικής τους εμπλοκής σε περίπτωση κρίσης.
Το τουρκικό αδιέξοδο με το ΝΑΤΟ
Η συμμετοχή της Τουρκίας δημιουργεί επιπλέον περιπλοκές λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους του ΝΑΤΟ.
Σε περίπτωση που η Άγκυρα δεχθεί επίθεση στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η επικάλυψη των υποχρεώσεών της προς το ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Μέκκας προκαλεί ασάφεια σχετικά με το ποια συμμαχία προηγείται και ποιος αναλαμβάνει τη διοίκηση των επιχειρήσεων.
Η επιλεκτική αλληλεγγύη του Πακιστάν
Η στάση του Ισλαμαμπάντ κατά τον πόλεμο του 2026 με το Ιράν αποτυπώνει τα όρια των δεσμεύσεών του. Παρότι το Πακιστάν ενεργοποίησε τη διμερή αμυντική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία αποστέλλοντας στρατεύματα, μαχητικά αεροσκάφη και αντιαεροπορικά συστήματα, οι δυνάμεις του δεν ενεπλάκησαν σε απευθείας επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.
Για το Πακιστάν, η αξία του συμφώνου έγκειται κυρίως στην ενίσχυση της διπλωματικής του θέσης έναντι της Ινδίας και στη διασφάλιση της οικονομικής στήριξης από τα κράτη του Κόλπου.
Η στρατηγική κάλυψης κινδύνου της Σαουδικής Αραβίας
Από την πλευρά του, το Ριάντ αντιμετωπίζει το Σύμφωνο της Μέκκας —σε συνδυασμό με τη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ— ως μέσο διαφοροποίησης των αμυντικών του επιλογών.
Οι ιρανικές επιθέσεις στις πετρελαϊκές υποδομές του Κόλπου κλόνισαν την εμπιστοσύνη της Σαουδικής Αραβίας στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Χωρίς να διακόπτει τους δεσμούς του με την Ουάσιγκτον, το Ριάντ αναζητά εναλλακτικές δικλείδες ασφαλείας μέσω της στρατιωτικής ισχύος του Πακιστάν και της Τουρκίας.
Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν συνιστά μια δομική ανατροπή στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων. Αποτελεί μια ευκαιριακή σύγκλιση τριών κυβερνήσεων με διαφορετικές προτεραιότητες, η πραγματική αποτελεσματικότητα της οποίας θα κριθεί μόνο όταν κληθεί να αντιμετωπίσει μια πραγματική στρατιωτική κρίση.