Σε μια επίδειξη ισχύος που υπερβαίνει τα όρια ενός συμβατικού εκσυγχρονισμού, η Τουρκία επιταχύνει ραγδαία το ναυπηγικό της πρόγραμμα, διατηρώντας αυτή τη στιγμή στις δεξαμενές της περισσότερα από 50 πολεμικά πλοία ταυτόχρονα.
Τα εντυπωσιακά αυτά στοιχεία επιβεβαίωσε ο διοικητής του Τουρκικού Ναυτικού, ναύαρχος Ερτζουμέντ Τατλιόγλου, αποκαλύπτοντας πως κατασκευάζονται παράλληλα 37 μονάδες κρούσης για τον εγχώριο στόλο και 24 για ξένες χώρες. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί τη μετάβαση της Άγκυρας από μια χώρα που κάλυπτε δικές της ανάγκες σε έναν υπολογίσιμο εξαγωγέα ναυτικών πλατφορμών.
Το τουρκικό εξοπλιστικό πλάνο εκτείνεται πολύ πέρα από τις κλασικές κορβέτες και φρεγάτες του επιτυχημένου προγράμματος MILGEM. Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει έναν πολυεπίπεδο στόλο μεγάλης εμβέλειας, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα το εθνικό αεροπλανοφόρο MUGEM, το βαρύ αντιτορπιλικό αεράμυνας TF-2000 και το πρώτο εγχώριας σχεδίασης υποβρύχιο MILDEN.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρωτοπορία των μη επανδρωμένων συστημάτων, καθώς το αεροπλανοφόρο σχεδιάζεται να αξιοποιεί drones όπως το Bayraktar TB3, το οποίο έχει ήδη πραγματοποιήσει δοκιμές απογείωσης και προσγείωσης στο TCG Anadolu.
Η απόφαση για κατασκευή 24 πολεμικών μονάδων για λογαριασμό ξένων κρατών αναδεικνύει την αμυντική βιομηχανία της γείτονος σε κρίσιμο εργαλείο ασκήσεως εξωτερικής πολιτικής. Οι εξαγωγές αυτές δεν αποφέρουν μόνο οικονομικά οφέλη, αλλά δημιουργούν πολυετείς στρατιωτικές και διπλωματικές δεσμεύσεις μέσω της παροχής τεχνικής υποστήριξης, εκπαίδευσης και ανταλλακτικών.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής παραμένει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η τουρκική ηγεσία συνδέει άμεσα τη ναυτική υπεροχή με την κατοχύρωση των θαλάσσιων συμφερόντων της στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και τη Ανατολική Μεσόγειο.
Το ουσιαστικότερο στοιχείο της προσπάθειας αυτής έγκειται στη διαμόρφωση μιας αυτόνομης εφοδιαστικής αλυσίδας που μειώνει την εξάρτηση από το εξωτερικό, επιτρέποντας στην Τουρκία όχι απλώς να αποκτά πολεμικά πλοία, αλλά να παράγει και να εξάγει ναυτική ισχύ.