Ένα πρωτοφανές βιομηχανικό και εξοπλιστικό φιάσκο αποκαλύπτει η ProPublica, επιβεβαιώνοντας παράλληλα τα ευρήματα του Γενικού Επιθεωρητή του Πενταγώνου. Το νέο εργοστάσιο παραγωγής βλημάτων πυροβολικού 155mm στο Μεσκίτ του Τέξας δεν έχει καταφέρει να παραδώσει ούτε ένα αξιοποιήσιμο βλήμα.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η τουρκική εταιρεία Repkon, η οποία προμήθευσε τον εξοπλισμό της μονάδας και στη συνέχεια, παρά την πλήρη επιχειρησιακή αποτυχία, απέσπασε συμβόλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, αποκτώντας δεσπόζουσα θέση στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα αμυντικού υλικού.
Μηχανήματα που έπαιρναν φωτιά και απομακρυσμένος έλεγχος από την Κωνσταντινούπολη
Το 2022, η General Dynamics πρότεινε στον αμερικανικό στρατό την τουρκική Repkon, η οποία υποσχέθηκε μια ολοκληρωμένη γραμμή παραγωγής. Παρά τις προειδοποιήσεις ότι τα μηχανήματα είχαν σχεδιαστεί για παλαιότερου τύπου πυρομαχικά και δεν είχαν δοκιμαστεί ποτέ στο ειδικό κράμα που απαιτεί το σύγχρονο βλήμα M795, το Πεντάγωνο προχώρησε στην αγορά τριών γραμμών παραγωγής χωρίς να απαιτήσει καμία προηγούμενη επίδειξη λειτουργίας.
Η εγκατάσταση στο Τέξας εξελίχθηκε γρήγορα σε βιομηχανικό εφιάλτη, καθώς τα μηχανήματα παραμόρφωναν το ατσάλι αντί να το διαμορφώνουν, ενώ οι ρομποτικοί βραχίονες κινούνταν ανεξέλεγκτα ή έπαιρναν φωτιά προκαλώντας σοβαρές ζημιές.
Παράλληλα, διαπιστώθηκε η χρήση κινεζικού ατσαλιού σε ορισμένα τμήματα, ενώ στην επίσημη τελετή εγκαινίων τον Μάιο του 2024, τα βλήματα που επιδείχθηκαν ήταν δανεικά, με ένα εξ αυτών να είναι κατασκευασμένο από πλαστικό.
Την ίδια στιγμή, οι Τούρκοι τεχνικοί αρνούνταν να μοιραστούν τους απαραίτητους κωδικούς πρόσβασης. Αμερικανοί εργαζόμενοι διαπίστωσαν με έκπληξη ότι τα μηχανήματα κινούνταν αυτόνομα μέσω τηλεχειρισμού απευθείας από την Κωνσταντινούπολη, αναγκάζοντας το προσωπικό να αποσυνδέσει φυσικά τον εξοπλισμό.
Αν και το Πεντάγωνο δήλωσε πως δεν βρήκε στοιχεία δολιοφθοράς, η απώλεια ελέγχου κρίσιμων υποδομών εγείρει σοβαρά ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Κατάρρευση των στόχων παραγωγής
Ενώ οι ΗΠΑ υπολόγιζαν ότι το εργοστάσιο του Τέξας θα κάλυπτε το 30% των αναγκών τους σε βλήματα 155mm, δηλαδή περίπου 30.000 βλήματα τον μήνα, η παραγωγή παρέμεινε στο μηδέν.
Μέχρι τις αρχές του 2026, ο αμερικανικός στρατός παράγει συνολικά μόλις 36.000 βλήματα μηνιαίως, ευρισκόμενος πολύ μακριά από τον αρχικό στόχο των 100.000, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει η αντικατάσταση του τουρκικού εξοπλισμού με συμβατικά μηχανήματα.
Αντί για κυρώσεις, επιβράβευση και εξαγορές
Παρά την κατάρρευση του έργου, η Άγκυρα πανηγύρισε για την επέκταση της Repkon, με την τουρκική Διεύθυνση Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB) να βραβεύει την εταιρεία.
Αντί η Ουάσινγκτον να διακόψει τη συνεργασία, προχώρησε στη χορήγηση νέου απευθείας συμβολαίου ύψους 435 εκατομμυρίων δολαρίων στη Repkon USA για την κατασκευή του πρώτου εγχώριου εργοστασίου παραγωγής TNT στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του '80.
Επιπλέον, η τουρκική θυγατρική εξαγόρασε τη μονάδα της General Dynamics στο Γκάρλαντ του Τέξας, η οποία αποτελεί τη μοναδική αμερικανική πηγή κατασκευής κορμών βομβών της σειράς MK-80. Τον Μάρτιο του 2026, η Repkon USA μετονομάστηκε σε Paligen Technologies, ισχυριζόμενη ότι αποτελεί ανεξάρτητη οντότητα.
Πολιτικές προεκτάσεις και η ανάγκη για κοινοβουλευτικό έλεγχο
Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας παραμένει στενά συνδεδεμένη με το κράτος, ενώ η αρμόδια τουρκική αρχή (SSB) τελεί υπό αμερικανικές κυρώσεις CAATSA από το 2020 για την αγορά των ρωσικών S-400.
Την ίδια στιγμή, τουρκικές εταιρείες και ιδρύματα έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των ΗΠΑ για διευκόλυνση της Ρωσίας και χρηματοδότηση της Χαμάς.
Παρ' όλα αυτά, η αμερικανική διοίκηση κινείται προς τη χαλάρωση των κυρώσεων, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Αναλυτές και μέλη του Κογκρέσου τονίζουν την αναγκαιότητα άμεσου ελέγχου όλων των συμβολαίων της Repkon και της Paligen, την απαγόρευση απευθείας αναθέσεων σε ξένες εταιρείες χωρίς προηγούμενες πιστοποιημένες δοκιμές, καθώς και τη δημιουργία δεύτερης εγχώριας πηγής για την παραγωγή βομβών MK-80, προκειμένου να αποτραπεί η επικίνδυνη εξάρτηση της αμερικανικής άμυνας από την Άγκυρα.