Στις 11 Φεβρουαρίου, η έναρξη της νατοϊκής αεροπορικής περιπολίας «Arctic Sentry» στον εναέριο χώρο της Γροιλανδίας παρουσιάστηκε επίσημα ως απάντηση στη δραστηριότητα των ρωσικών υποβρυχίων στον Βόρειο Ατλαντικό.
Ωστόσο, η ανάπτυξη σουηδικών και γερμανικών μαχητικών υπό ενιαία διοίκηση πραγματοποιήθηκε μόλις τρεις εβδομάδες μετά την υπαναχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ στο Νταβός, βάζοντας προσωρινά «στο ψυγείο» τις απειλές του για επιβολή δασμών στη Δανία και επίκληση βίας προκειμένου οι ΗΠΑ να αποκτήσουν τη Γροιλανδία.
Η στρατιωτική αυτή επιχείρηση προσέφερε στα μέλη της Συμμαχίας ένα βολικό αφήγημα, καλύπτοντας το αμείλικτο ερώτημα που προκάλεσε η κρίση: τι προβλέπει πραγματικά η ιδρυτική συνθήκη του ΝΑΤΟ όταν η απειλή για την εδαφική ακεραιότητα ενός μέλους δεν προέρχεται από τη Μόσχα, αλλά από το εσωτερικό της ίδιας της Συμμαχίας;
Από το 2009, η Γροιλανδία απολαμβάνει ευρεία αυτονομία, αφήνοντας στην Κοπεγχάγη μόνο την ευθύνη της άμυνας, της εξωτερικής και της νομισματικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι η διμερής συνθήκη του 1951, βάσει της οποίας λειτουργεί η αμερικανική διαστημική βάση στο Πιτούφικ, αναγνωρίζει ρητά τη δανική κυριαρχία, ο Τραμπ χαρακτήριζε την αμερικανική κυριότητα του νησιού ως «απόλυτη αναγκαιότητα».
Η κατάσταση κλιμακώθηκε όταν η Ουάσινγκτον απείλησε με δασμούς έως 25% κατά της Δανίας και άλλων επτά συμμάχων, οδηγώντας την Κοπεγχάγη να ενισχύσει τις δυνάμεις της στον Αρκτικό Κύκλο με 13,7 δισεκατομμύρια δολάρια και, για πρώτη φορά στην ιστορία της, να κατατάξει τις ΗΠΑ στις εθνικές απειλές ασφαλείας.
Αν και η υπαναχώρηση του Τραμπ στις 21 Ιανουαρίου οδήγησε σε ένα αόριστο «πλαίσιο» συνεργασίας για τον Αρκτικό Κύκλο και τα ορυκτά, το νομικό παράδοξο παρέμεινε ανεξίτηλο.
Τα θεσμικά στενά της ιδρυτικής συνθήκης και το δικαίωμα βέτο
Νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεσμεύει τους συμμάχους να θεωρήσουν κάθε ένοπλη επίθεση σε έδαφος μέλους στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική ως επίθεση εναντίον όλων — και η Γροιλανδία αποτελεί νομικά δανικό έδαφος στη Βόρεια Αμερική.
Κατά συνέπεια, μια αμερικανική στρατιωτική κατάληψη θα συνιστούσε ένοπλη επίθεση, υποχρεώνοντας θεωρητικά τους υπόλοιπους συμμάχους να συνδράμουν τη Δανία ακόμη και εναντίον των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι συντάκτες του 1949 ουδέποτε φαντάστηκαν ότι ο επιτιθέμενος θα μπορούσε να είναι ο ηγέτης της Συμμαχίας.
Στην πράξη, ωστόσο, η εγγύηση αυτή αποδεικνύεται σχεδόν ανίσχυρη. Η συνδρομή μπορεί να περιοριστεί σε παροχή διευκολύνσεων ή ανταλλαγή πληροφοριών, ενώ η συνθήκη δεν προβλέπει μηχανισμό αποβολής μέλους παρά μόνο αναστολή βάσει του γενικού διεθνούς δικαίου κατόπιν εορτής.
Το κυριότερο εμπόδιο έγκειται στο γεγονός ότι το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο λειτουργεί με ομοφωνία, παρέχοντας ουσιαστικά στις ΗΠΑ δικαίωμα βέτο απέναντι σε οποιαδήποτε συλλογική απόφαση στρέφεται εναντίον τους.
Αντίστοιχα, το Άρθρο 4 για τις διαβουλεύσεις ουδέποτε ενεργοποιήθηκε από τη Δανία, καθώς η Κοπεγχάγη γνώριζε ότι μια τέτοια κίνηση θα αποκάλυπτε την αδυναμία του μηχανισμού, προτιμώντας την αθόρυβη διπλωματία και τις τοπικές αναπτύξεις δυνάμεων.
Η πολιτική πίεση ως μοναδικό ανάχωμα και τα μελλοντικά σενάρια
Η ιστορία του ΝΑΤΟ δείχνει ότι προγενέστερες ενδοσυμμαχικές εντάσεις —όπως ο «Πόλεμος του Μπακαλιάρου» μεταξύ Βρετανίας και Ισλανδίας, η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 ή η ναυτική διαμάχη Ισπανίας και Καναδά το 1995— διευθετήθηκαν πάντα εκτός του πλαισίου της συνθήκης, μέσω διμερών πιέσεων ή παρεμβάσεων τρίτων φορέων.
Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, αυτό που τελικά συγκράτησε την Ουάσινγκτον δεν ήταν το διεθνές δίκαιο, αλλά το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η αντίδραση του Αμερικανικού Κογκρέσου, η αρνητική κοινή γνώμη και η διπλωματική συμπαράσταση συμμάχων όπως η Γαλλία και ο Καναδάς.
Αναφορικά με την εξέλιξη της κρίσης, το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει την απορρόφηση των εντάσεων μέσα από τις τακτικές περιπολίες του «Arctic Sentry» και τις μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις για τα ορυκτά, χωρίς να εγερθεί εκ νέου θέμα κυριαρχίας.
Ωστόσο, σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις βαλτώσουν και η Ουάσινγκτον επαναφέρει τις απειλές, μια πιθανή επικληση του Άρθρου 4 από τη Δανία θα αναγκάσει το ΝΑΤΟ σε μια δημόσια συζήτηση που θα αποκαλύψει την αδυναμία του, προκαλώντας μεγαλύτερη αβεβαιότητα στους μικρότερους συμμάχους από όση προκαλεί η ίδια η ρωσική δραστηριότητα.
Στον αντίποδα, η κρίση ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης ώστε οι Ευρωπαίοι εταίροι να θεσμοθετήσουν μηχανισμούς προστασίας από ενδοσυμμαχικές πιέσεις, επιταχύνοντας παράλληλα τις συζητήσεις για το οριστικό καθεστώς ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας.