Με κεντρικό πυλώνα τη στεγαστική πολιτική προσέρχεται η κυβέρνηση στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ανακοίνωση της τρίτης εκδοχής του προγράμματος «Σπίτι μου».
Μετά την ολοκλήρωση του δεύτερου κύκλου στις 31 Αυγούστου, ο οποίος οδήγησε σε 14.114 υπογεγραμμένες συμβάσεις δανείων συνολικού ύψους 1,54 δισεκατομμυρίων ευρώ, το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στους νέους όρους της επόμενης φάσης.
Η σχεδιαζόμενη επέκταση περιλαμβάνεται ήδη στην Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035, διαθέτοντας αρχικό προϋπολογισμό 500 εκατομμυρίων ευρώ και στοχεύοντας σε περίπου 16.000 νέους ωφελούμενους.
Στο επίκεντρο του κυβερνητικού σχεδιασμού βρίσκονται τρεις κομβικές αλλαγές που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των δυσκολιών των προηγούμενων φάσεων. Η πρώτη αφορά την άρση ή μετακίνηση του χρονικού περιορισμού για τα ακίνητα κατασκευής έως το 2007.
Η περιορισμένη προσφορά παλαιότερων κατοικιών είχε προκαλέσει τεχνητή αύξηση των τιμών, οπότε η ένταξη νεότερων σπιτιών αναμένεται να διευρύνει σημαντικά τις επιλογές των αγοραστών.
Παράλληλα, εξετάζεται η προσαρμογή των εισοδηματικών κριτηρίων προς το ευνοϊκότερο, ώστε να συμπεριληφθούν νοικοκυριά που έως τώρα αποκλείονταν για οριακούς λόγους, ενώ το ηλικιακό όριο των 55 ετών φαίνεται πως θα διατηρηθεί για να μην χαθεί η εστίαση στους νέους και τα νέα ζευγάρια.
Η σημαντικότερη δομική αναμόρφωση εντοπίζεται στον τρόπο χρηματοδότησης του προγράμματος. Καθώς οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης ολοκληρώνονται, το κράτος προσανατολίζεται στην αντικατάσταση της άμεσης επιδότησης επιτοκίου με την παροχή φορολογικών ελαφρύνσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου εκείνα να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια στους δικαιούχους.
Τα τελικά στοιχεία του «Σπίτι μου ΙΙ» αποτυπώνουν το μέγεθος της παρέμβασης στην αγορά ακινήτων. Μέσω των 14.114 εγκεκριμένων συμβάσεων κινητοποιήθηκαν αγορές συνολικής αξίας άνω των 2,15 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τη συνολική δημόσια στήριξη να φθάνει τα 943,2 εκατομμύρια ευρώ και το μέσο δάνειο να διαμορφώνεται στις 120.400 ευρώ.
Τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των δικαιούχων επιβεβαιώνουν τη στόχευση του μέτρου, καθώς τα δύο τρίτα των νοικοκυριών δήλωναν ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ, με το μέσο εισόδημα να βρίσκεται στις 21.130 ευρώ.
Τέλος, η μέση ηλικία των δανειοληπτών ήταν τα 38 έτη, με περισσότερους από τους μισούς να αξιοποιούν το πρόγραμμα και εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας.