«Πατριωτική Εισφορά» Τσίπρα: Η κόντρα με την κυβέρνηση και το ερώτημα για τα πραγματικά έσοδα

 
πατριωτική εισφορά

Ενημερώθηκε: 04/09/26 - 12:57

Νέα πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης προκάλεσε η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για επιβολή «Πατριωτικής Εισφοράς» ύψους 1% στην καθαρή περιουσία του πλουσιότερου 1% του πληθυσμού.

Ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος χαρακτήρισε την πρόταση «νέα αυταπάτη», υποστηρίζοντας ότι οι αριθμοί δεν επαρκούν για να χρηματοδοτήσουν τις παροχές που περιλαμβάνονται στο οικονομικό πρόγραμμα του πρώην πρωθυπουργού.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το ανώτερο 1% των φορολογουμένων αντιστοιχεί σε περίπου 67.000 άτομα, με συνολικό δηλωθέν φορολογητέο εισόδημα 14,5 δισ. ευρώ. Με έναν υποθετικό φόρο 1% επί αυτού του ποσού, τα έσοδα θα ανέρχονταν σε μόλις 145 εκατ. ευρώ.

Η ΕΛ.Α.Σ. απάντησε ότι ο συγκεκριμένος υπολογισμός βασίζεται σε λάθος φορολογική βάση, καθώς η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα αφορά την καθαρή περιουσία και όχι το ετήσιο εισόδημα. Όπως υποστηρίζει, πρόκειται για δύο διαφορετικά μεγέθη, καθώς η περιουσία περιλαμβάνει ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές, ομόλογα και επιχειρηματικές συμμετοχές, από τα οποία αφαιρούνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Με βάση στοιχεία της World Inequality Database, η ΕΛ.Α.Σ. εκτιμά ότι το πλουσιότερο 1% στην Ελλάδα διαθέτει συνολική καθαρή περιουσία περίπου 201,6 δισ. ευρώ. Ένας συντελεστής 1% θα οδηγούσε, θεωρητικά, σε ετήσια έσοδα περίπου 2,02 δισ. ευρώ.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, επανήλθε στην κριτική της, υποστηρίζοντας ότι η πρόταση δεν μπορεί να καλύψει το κόστος των μέτρων που έχουν εξαγγελθεί.

Ο Άκης Σκέρτσος έκανε λόγο για «πολιτική εξαπάτηση» και υποστήριξε ότι τα μέτρα που παρουσιάστηκαν φτάνουν περίπου τα 13 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων αυξήσεις μισθών, προσλήψεις, στεγαστικές παρεμβάσεις, μειώσεις ΦΠΑ, ενισχύσεις στους δήμους και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Η διεθνής εμπειρία

Η συζήτηση για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, πάντως, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Αντίστοιχες προτάσεις έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομικής συζήτησης.

Μελέτες που έχουν εκπονηθεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταδεικνύουν ότι οι φόροι καθαρής περιουσίας συνήθως αποφέρουν λιγότερα έσοδα από τις αρχικές θεωρητικές εκτιμήσεις. Η τελική απόδοση επηρεάζεται από τις απαλλαγές, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τη συμμόρφωση των φορολογουμένων και τη δυνατότητα μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων.

Ενδεικτικά, τα έσοδα από φόρους περιουσίας αντιστοιχούσαν το 2022 περίπου στο 0,19% του ΑΕΠ στην Ισπανία και στο 0,47% στη Νορβηγία, ενώ η Ελβετία αποτελούσε εξαίρεση με περίπου 1,19% του ΑΕΠ.

Με αυτά τα δεδομένα, η θεωρητική απόδοση των 2,02 δισ. ευρώ για την Ελλάδα θεωρείται ιδιαίτερα αισιόδοξη, καθώς προϋποθέτει ότι σχεδόν ολόκληρη η εκτιμώμενη περιουσία του πλουσιότερου 1% θα μπορεί να εντοπιστεί και να αποτιμηθεί, χωρίς σημαντικές απαλλαγές ή απώλειες εσόδων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου ο ονομαστικός συντελεστής του παλαιότερου φόρου περιουσίας έφτανε έως το 1,5%, όμως οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί περιόριζαν σημαντικά την πραγματική φορολογική επιβάρυνση των πολύ πλούσιων.

Η πρόταση Ζικμάν

Στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης βρίσκεται και η πρόταση του Γάλλου οικονομολόγου Γκαμπριέλ Ζικμάν για ελάχιστη φορολόγηση των υπερπλούσιων. Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνεται σε φορολογούμενους με εξαιρετικά μεγάλη περιουσία, αντί να αφορά συνολικά το ανώτερο 1% του πληθυσμού.

Οι σχετικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι η στόχευση στους υπερπλούσιους θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά το διοικητικό κόστος και την ανάγκη αποτίμησης εκατοντάδων χιλιάδων περιουσιακών στοιχείων.

Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς ένας φόρος καθαρής περιουσίας θα απαιτούσε αποτελεσματικό περιουσιολόγιο, ακριβή αποτίμηση ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων, εντοπισμό πραγματικών δικαιούχων και μηχανισμούς περιορισμού της φοροαποφυγής και της μεταφοράς κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Έτσι, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένας φόρος 1% μπορεί θεωρητικά να αποδώσει 2,02 δισ. ευρώ, αλλά πόσα από αυτά τα έσοδα θα μπορούσαν τελικά να εισπραχθούν στην πράξη.

Οι δύο πλευρές, επομένως, χρησιμοποιούν διαφορετικές βάσεις υπολογισμού: η κυβέρνηση υπολογίζει την απόδοση πάνω στο εισόδημα, ενώ η ΕΛ.Α.Σ. πάνω στην καθαρή περιουσία.

Η πραγματική δημοσιονομική απόδοση θα εξαρτηθεί από τον τρόπο σχεδιασμού του φόρου, το ύψος των απαλλαγών, την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και τη δυνατότητα καταγραφής του πραγματικού πλούτου.

Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την «Πατριωτική Εισφορά» αναμένεται, ως εκ τούτου, να συνεχιστεί, με το βασικό διακύβευμα να είναι πλέον όχι μόνο ποιος θα πληρώσει, αλλά και πόσα χρήματα μπορεί πράγματι να εισπράξει το Δημόσιο.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ