Έκτακτη στρατιωτική κινητοποίηση καταγράφεται στο Ριάντ, με τις ηγεσίες των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας και του Πακιστάν να μεταβαίνουν εσπευσμένα στη Σαουδική Αραβία, κατόπιν επείγουσας πρόσκλησης των Σαουδαράβων. Αφορμή αποτελεί η επικίνδυνη κλιμάκωση του πολέμου στην Υεμένη, με τις επιθέσεις των αντάρτων Χούθι να μεταφέρονται πλέον απευθείας στο σαουδαραβικό έδαφος.
Το Τουρκικό Υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε την αναχώρηση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, Σελτσούκ Μπαϊρακτάρογλου, ενώ στην πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας αναμένεται και ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ.
Η συνάντηση αυτή αποφασίστηκε έπειτα από διαβουλεύσεις των Υπουργών Εξωτερικών των τριών χωρών στη Νέα Υόρκη, στον απόηχο μπαράζ επιθέσεων με πυραύλους και drones που εξαπέλυσαν οι Χούθι εναντίον κρίσιμων υποδομών στο Ριάντ, την Γιανμπού και την Ταΐφ.
Στο επίκεντρο της συνάντησης βρίσκεται η ενεργοποίηση του «Κοινού Αμυντικού Συμφώνου της Μέκκας» —που υπογράφηκε τον Αύγουστο— το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα συλλογικής άμυνας τύπου «Άρθρου 5», θεωρώντας κάθε επίθεση σε ένα από τα τρία κράτη ως επίθεση εναντίον όλων. Ωστόσο, η προσέγγιση Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ αποδεικνύεται πιο προσεκτική σε σχέση με τη δραματική έκκληση της Σαουδικής Αραβίας.
Από την πλευρά της Τουρκίας, ο Υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επανέλαβε τη δέσμευση της χώρας του για παροχή τεχνικής και αμυντικής στήριξης, διευκρινίζοντας όμως ότι το σύμφωνο βρίσκεται ακόμη σε στάδιο τεχνικών διαπραγματεύσεων και απαιτεί έγκριση από το τουρκικό κοινοβούλιο, το οποίο επαναλειτουργεί τον Οκτώβριο.
Παράλληλα, το Πακιστάν, αν και έχει ήδη διορίσει τον πρώτο Γενικό Γραμματέα του συμφώνου και διατηρεί στρατιωτικό προσωπικό στη Σαουδική Αραβία, αντιμετωπίζει σοβαρούς πιέσεις στα δικά του σύνορα (Αφγανιστάν, Ινδία), γεγονός που καθιστά δύσκολη τη μεταφορά μάχιμων δυνάμεων.
Η επιφυλακτικότητα των δύο συμμάχων συνδέεται και με τις ευθείες προειδοποιήσεις των Χούθι, οι οποίοι απείλησαν με «σιδερένια πυγμή» οποιονδήποτε εμπλακεί στον πόλεμο.
Οι αντάρτες, εκμεταλλευόμενοι τις περιφερειακές αναταράξεις, έχουν σημειώσει ραγδαία εδαφική πρόοδο στην Υεμένη, καταλαμβάνοντας το στρατηγικό λιμάνι της Μόχα και τον έλεγχο των Στενών Μπαμπ αλ-Μαντέμπ.
Την ίδια ώρα, η ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, με επικεφαλής τον βασιλιά Σαλμάν και τον Μεγάλο Μουφτή της χώρας, εκπέμπει σήμα κινδύνου προς το εσωτερικό της, κάνοντας λόγο για απειλή κατά των ιερών πόλεων της Μέκκας και καλώντας σε θρησκευτική συσπείρωση.
Την αμυντική κάλυψη του Ριάντ σπεύδουν πάντως να ενισχύσουν και δυτικές δυνάμεις, με τη Γαλλία να αποστέλλει στρατεύματα για την προστασία του πετρελαϊκού τερματικού σταθμού στη Γιανμπού και τη Βρετανία να παρέχει εναέριο ανεφοδιασμό στα σαουδαραβικά μαχητικά.