Το Συμβούλιο Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC) απέστειλε κατεπείγουσα επιστολή στον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ζητώντας την άμεση και δημόσια απόρριψη του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου.
Η παρέμβαση του ομογενειακού φορέα έρχεται ως απάντηση στη «χαμηλών τόνων» θέση που υιοθέτησε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία περιορίστηκε σε γενικές συστάσεις για διμερή διάλογο, σε αντίθεση με τη σκληρή και καταδικαστική στάση που τήρησαν η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αίγυπτος και το Ισραήλ.
Η επιστολή υπογραμμίζει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν στρέφεται πλέον μόνο κατά των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά απειλεί άμεσα τα αμερικανικά επιχειρηματικά και ενεργειακά συμφέροντα. Συγκεκριμένα, η Chevron κατέχει το 70% των δικαιωμάτων στα οικόπεδα «Νότια Κρήτη 1» και «Νότια Κρήτη 2», περιοχές τις οποίες αμφισβητούν ανοιχτά η Λιβύη και το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας.
Παράλληλα, η ExxonMobil πραγματοποιεί σεισμικές έρευνες δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην προσπάθεια της Ευρώπης να απεξαρτηθεί από το ρωσικό φυσικό αέριο. Όπως τονίζεται, οι αμερικανικοί κολοσσοί δεν μπορούν να δεσμεύσουν κεφάλαια για πολυδάπανες γεωτρήσεις όσο επικρατεί καθεστώς αμφισβήτησης και επιχειρησιακής αβεβαιότητας.
Πέραν του ενεργειακού τομέα, η αμφισβήτηση της θαλάσσιας δικαιοδοσίας γύρω από την Κρήτη δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για το περιβάλλον ασφαλείας της Ναυτικής Βάσης της Σούδας, μίας από τις κρισιμότερες στρατιωτικές υποδομές των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το HALC στηλιτεύει την παθητική στάση της Ουάσιγκτον, προειδοποιώντας ότι η απουσία ξεκάθαρης νομικής καταδίκης εκλαμβάνεται από την Άγκυρα και την Τρίπολη ως σιωπηρή αποδοχή των αναθεωρητικών τους ενεργειών.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, το HALC καλεί τον Μάρκο Ρούμπιο να προβεί σε δημόσια δήλωση ακυρότητας του μνημονίου, να επιβεβαιώσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και των νησιών της βάσει του διεθνούς δικαίου, να διαμηνύσει προς την Άγκυρα και την Τρίπολη ότι δεν θα επιτραπεί η παρεμπόδιση των ερευνών των αμερικανικών εταιρειών και να συντονίσει μια κοινή, αυστηρή στάση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.