Η Ελλάδα εξασφάλισε σημαντική δικαστική νίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου, το οποίο επιβεβαίωσε το δικαίωμα της χώρας να επαναγοράσει τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ (GDP warrants), οι οποίοι είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2012.
Η απόφαση θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς φέρνει την Αθήνα πιο κοντά στο κλείσιμο ενός από τα τελευταία εκκρεμή κεφάλαια της πολυετούς κρίσης χρέους.
Οι συγκεκριμένοι τίτλοι, με λήξη το 2042, είχαν δοθεί στους κατόχους ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης ύψους 62 δισ. ευρώ, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2012 και παραμένει η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην παγκόσμια ιστορία.
Η δικαστική διαμάχη αφορούσε το κατά πόσο η Ελλάδα άσκησε νόμιμα το δικαίωμα επαναγοράς των GDP warrants, καθώς και το αν η τιμή εξαγοράς είχε υπολογιστεί ορθά.
Μετά από διήμερη διαδικασία τον Απρίλιο, το δικαστήριο έκρινε ότι η ελληνική πλευρά ενήργησε σύμφωνα με τους όρους των τίτλων και ότι η τιμή των 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους προσδιορίστηκε σωστά, βάσει των τιμών προσφοράς και ζήτησης που καταγράφηκαν στην ηλεκτρονική δευτερογενή αγορά της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, Δημήτρης Τσάκωνας, χαιρέτισε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι παρέχει «σαφήνεια στους κατόχους και στην ευρύτερη αγορά» και επιβεβαιώνει τη δέσμευση της Ελλάδας να ενεργεί «με καλή πίστη και σύμφωνα με το συμβατικό πλαίσιο».
Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, το δικαστήριο απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς επενδυτών ότι η αποτίμηση θα έπρεπε να βασιστεί σε διαφορετικές πηγές αγοράς, κρίνοντας ότι η Ελλάδα εφάρμοσε ορθά τους όρους της σύμβασης.
Ορισμένοι επενδυτές είχαν αμφισβητήσει τόσο τη νομιμότητα της επαναγοράς όσο και τη μεθοδολογία υπολογισμού της τιμής, ωστόσο το δικαστήριο τάχθηκε υπέρ της ελληνικής πλευράς, σύμφωνα με όσα μεταδίδουν οι Financial Times.
Τα GDP warrants, τα οποία συνδέουν τις αποδόσεις με την πορεία της οικονομικής ανάπτυξης, χρησιμοποιήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ως εργαλείο διευκόλυνσης αναδιαρθρώσεων χρέους και επιμερισμού του κινδύνου μεταξύ κρατών και πιστωτών.
Ωστόσο, τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά εργαλεία έχουν δεχθεί έντονη κριτική, καθώς θεωρούνται περίπλοκα, προκαλούν συχνά νομικές διαμάχες και δημιουργούν αβεβαιότητα σχετικά με τις στατιστικές και τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης πρόσθετων πληρωμών.
Παρόμοιες υποθέσεις έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες. Η Ουκρανία προχώρησε πέρυσι σε αναδιάρθρωση warrants ύψους 2,6 δισ. δολαρίων, υπό τον φόβο ότι η μεταπολεμική ανάπτυξη θα οδηγούσε σε υπέρογκες πληρωμές, ενώ η Αργεντινή αντιμετωπίζει αξιώσεις περίπου 1,6 δισ. δολαρίων από κατόχους αντίστοιχων τίτλων.
Τα τελευταία χρόνια, σε αναδιαρθρώσεις κρατικού χρέους χωρών όπως η Σρι Λάνκα, η Ζάμπια και η Ουκρανία, επενδυτές και κυβερνήσεις επιχειρούν να αντικαταστήσουν το μοντέλο των GDP warrants με πιο διαφανή «μακρο-συνδεδεμένα» ομόλογα, τα οποία προβλέπουν σαφέστερους όρους ενεργοποίησης πρόσθετων πληρωμών.